Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΑΙΓΥΣ ΚΑΜΑΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΑΙΓΥΣ ΚΑΜΑΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011
Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011
ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ και ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
Η παράδοση αφθονεί και εδώ όπως σε όλη την Ελλάδα άλλωστε, αλλά η διάσωση και η μελέτη της αποτελούν συχνά πηγή για ιστορικά και άλλα συμπεράσματα.
α) κεφαλάρι του Άμπουλα - κεφαλάρι Βαρκού, δύο τοποθεσίες που διατηρούν την ονομασία τους από κεφαλάρια που υπήρχαν παλιά και χάθηκαν ( προφανώς άλλαξε ροή το νερό τους, από διάβρωση του εδάφους ή σεισμό ).
Άμπουλας είναι τούρκικη λέξη και σημαίνει το πολύ νερό και Βαρκός το βαρυκό ( βαρύ ) ελώδες και υγρό έδαφος.
β) Λουτσόρεμα ή Λούτση ρέμα, ο σημερινός χείμαρρος ήταν ένα μικρό χαντάκι και η σημερινή μεγάλη κοίτη του ήταν κτήματα, αμπέλια και σπίτια ( του Νικολάρου, του Μπάκου, του Ψόφιου ) τα περισσότερα από τα οποία καταστράφηκαν μετά από πλημμύρα που τα παρέσυρε και επέκτεινε την κοίτη στις σημερινές της διαστάσεις γύρω στο 1900 περίπου.
γ) Λαγκάδες - Νησάρια , περιοχή του παλιομανάστηρου με εξωκλήσι του Αγ. Σωτήρος και μια τεράστια βελανιδιά στη σκιά της οποίας ‘’ χώραγαν δέκα στάνες ‘’( στάνη = κοπάδι ), όπως αφηγούνται οι παλαιότεροι.
δ) Τσιπουρόγουβες - τοποθεσία που πήρε το όνομα από τα πατημένα σταφύλια που έβαζαν σε λάκκους για να ‘’βράσουν ‘’ και να φτιάξουν τσίπουρο.
ε) Ρουσαλί - τοποθεσία όπου και σήμερα είναι ο παλιός ναός του Αγ. Σωτήρος,(προφανώς Χριστού Σωτήρος, όπως συνήθιζαν να ονομάζουν τις πρώτες εκκλησίες μετά την απελευθέρωση ).
Εδώ υπάρχουν δυο εκδοχές για την ονομασία, η πρώτη ότι προέρχεται από το όνομα τούρκου Αγά που έδρευε στην περιοχή και η δεύτερη - μάλλον πιο προσιτή - από την σέρβικη αντίστοιχη λέξη που σημαίνει κατοικημένος τόπος ( από τον 4ο - 13ο αι. ).
Όπως είδαμε στην αρχή του βιβλίου το σλαυόφωνο στοιχείο του Ακόβου ( Άκοβα = ο τόπος με τα νερά ) είχε περιοχές εκμετάλλευσης μέχρι και την κοιλάδα της Καμάρας.
Το στοιχειό στο καλιγωμένο αλώνι
Το στοιχειό στο καλιγωμένο αλώνι
Όπως το αφηγείται ο γερο Σωφρονάς γεννηθείς το 1904 και όπως το έμαθε από τον παππού του :
‘’ Στη θέση Σκυλόγουρνα στον Ταΰγετο ήταν το Καλιγωμένο Αλώνι.
Το έλεγαν έτσι επειδή η πέτρα του ήταν εκλεκτή και καλοτοποθετημένη.
Δίπλα του υπήρχε εκκλησία της Αναλήψεως , που έπαψε να λειτουργεί όταν στη διάρκεια ενός πανηγυριού κατέβηκε ένα σύννεφο και πήρε μια νέα κοπέλα που χόρευε.
Την κοπέλα την είδε ένας τσοπάνης στην Καστανιά (Καστόρι ) στην τρούπα και το ανάφερε στον πατέρα της που την έψαχνε.
Αυτός πηγαίνοντας εκεί στην τρούπα την ρώτησε τι κάνει εκεί και αυτή του απάντησε ότι την πήρε το στοιχειό και την έκανε γυναίκα του.
Ακούστηκε θόρυβος και η κόρη έκρυψε τον πατέρα της στην σπηλιά.
Μπαίνοντας το στοιχειό μυρίστηκε ανθρώπινο κρέας και ρώτησε την κόρη.
- μπα θα έφαγες έξω που γυρίζεις κανέναν άνθρωπο καημένε και σου μυρίζει, απαντά η κόρη
- όχι - επέμενε το στοιχειό - μου μυρίζει ανθρώπινο κρέας δω μέσα
- αν ερχόταν ο πεθερός σου θα τον έτρωγες ;, ρωτά με αγωνία η κόρη
- αυτόν όχι - απαντά το στοιχειό και ο πατέρας της αποκαλύπτεται
- τι δώρο να σου κάνω για το γάμο ; , ρωτά ο πεθερός
- θα σου πω , απαντά το στοιχειό . Στη Λίμνα στα γουβιά κάθε σούρουπο παλεύω με ένα άλλο στοιχειό και δεν μπορεί να νικήσει κανείς.
Kάθε μέρα όμως το ένα στοιχειό γίνεται μαύρο και το άλλο λιάρο.
Τη Δευτέρα που θα είμαι εγώ το μαύρο θα ‘ρθεις και αφού θα έχεις κάνει δύο σωρούς , έναν με κρέατα και έναν με λιθάρια , θα πετάς σε μένα τα κρέατα και στο λιάρο στοιχειό τα λιθάρια και έτσι θα το νικήσω.
Πράγματι τη Δευτέρα ήταν εκεί ο πατέρας της κόρης με δύο σωρούς κρέατα και λιθάρια.
Όταν όμως άρχισαν να παλεύουν τα στοιχειά πέταγε στον γαμπρό του τα λιθάρια και στο ξένο στοιχειό τα κρέατα , με αποτέλεσμα αυτό να σκοτώσει το στοιχειό - γαμπρό του γέροντα και έτσι να ελευθερώσει την κόρη.
Η κόρη όμως που ήταν έγκυος γέννησε ένα όμορφο αγόρι που όταν άρχισε να μεγαλώνει χανότανε για ώρες.
Ο παππούς του παρακολουθώντας το ,το βρήκε να πηγαίνει στο καλιγωμένο αλώνι στη Σκυλόγουρνα και εκεί στη μέση στον στύγερο να γίνεται μαύρο φίδι και να κουλουριάζεται πάνω του.
Ο γέροντας δεν είπε τίποτα.
Κάποιος Καμαραίος όμως που έβλεπε συχνά το αγόρι στο καλιγωμένο αλώνι , το ρώτησε τι κάνει εκεί και αυτό του απάντησε ότι περιμένει να γεμίσει το αλώνι γεννήματα (σιτάρι).
- Δε γεμίζει ποτέ παιδί μου ,του είπε ο Καμαραίος
- Θα γεμίσει , απάντησε ο νέος
Πράγματι σαν έγινε είκοσι χρονώ το αλώνι γέμισε και ο γέροντας που το παρακολουθούσε και ήξερε το μοιραίο βγήκε και τον ρώτησε τι σημαίνει αυτό.
- ότι ήρθε η ώρα να παλαίψουμε και να σε σκοτώσω , απάντησε ο νεαρός και αμέσως έγινε μαύρο φίδι και σκότωσε τον γέροντα παίρνοντας εκδίκηση για το στοιχειό - πατέρα του στα Γουβιά της Λίμνας .
Η μάνα του όμως που το έμαθε πικράθηκε πολύ και για να την ησυχάσει της έκανε δώρο μια βρύση νερό, που από τότε τρέχει δυτικά του κάστρου στην Πάνω Καμάρα.
Στη λίμνα στα γουβιά και σήμερα είναι οι δύο γούβες που πάλευαν τα στοιχειά , καταμεσίς στη λάκα και εκεί δεν φυτρώνει τίποτα.
Στους σαράντα κλέφτες ( αφήγηση )
Στους ‘’σαράντα κλέφτες’’ πίσω από του Λυκομά ( πάνω από τη μονή Αμπελακίου ), στις τρούπες, λένε ότι πήγαιναν οι σαράντα κλέφτες τα σφαχτά και τα πράματα που παίρνανε από τους Τούρκους..
- πόσο παλιά το λένε γέροντα ;
- από αμνημονεύτων χρόνων παιδί μου..
η καμάρα ( αφήγηση )
Στου Χλιού τη λότζα ,( περίπου στη σημερινή γέφυρα προς Τσουρούμι και αριστερά ) ήταν γεφύρι με κορμούς δέντρων που κάνανε καμάρα και στις δυο πλευρές του στο ποτάμι είχε πέτρινο τοίχο.
Από το γεφύρι αυτό περνάγανε αυτοί που ερχότανε από το Λοντάρι ( προς την πάνω Καμάρα γιατί οι Ακοβίτες συνεχίζανε δεξιά προς Γούπατα) και το γεφύρι το λέγανε καμάρα.
Έτσι όταν τους ρωτάγανε που πάτε, λέγανε πάμε στην καμάρα και από αυτό πήρε το χωριό το όνομα Καμάρα.
Σουλαιμάνι
..παλιά την Ποταμιά την λέγανε Σουλαιμάνι..( Τουρκοκρατία )
Παραδοσιακός γάμος στην Καμάρα
( Όπως τον περιγράφει σε σημειώσεις του ο Τάκης Γεωργακόπουλος )
Ο γάμος συνήθως γινότανε με προξενιό. Ο προξενητής ή η προξενήτρα ήταν αυτός που μετέφερε την πρόταση στις δυο οικογένειες, αφού πρώτα μελετούσε τα δεδομένα : τον χαρακτήρα ή τη χάρη του γαμπρού ή της νύφης, τα περιουσιακά στοιχεία κ.λ.π. και αμειβόταν αν έφτανε σε συμφωνία. Αν λοιπόν κατέληγε σε συμφωνία συναντιόταν οι μέλλοντες συμπέθεροι και συζητούσαν την προίκα και μόλις συμφωνούσαν όριζαν την ημέρα του γάμου. Η νύφη συνοδευόταν από προίκα, χρήματα, ρουχισμό, σκεύη, κτήματα, ζώα κ.λ.π.
Ο γάμος γινόταν ημέρα Κυριακή έτους που δεν ήταν δίσεκτο ή αποφεύγονταν δύο γάμοι το ίδιο έτος στην ίδια οικογένεια προληπτικά, γιατί ο ένας θα ατυχούσε.
Την εβδομάδα προ του γάμου (τυφλοβδομάδα) γίνονταν κάποιες προετοιμασίες. Τα νυφικά στέφανα άλλαζε ο νουνός του γαμπρού (κουμπάρος) ο ποίος χάριζε στη νύφη πήχες φόρεμα, τα στέφανα και τα κεριά του γάμου. Την Πέμπτη το πρωί ζύμωναν τα ψωμιά τρία κορίτσια από τη συγγένεια του γαμπρού που είχαν και τους δύο γονείς τους. Την ίδια ημέρα γίνονταν τα καλέσματα. Την Παρασκευή έβγαζαν την προίκα της νύφης και την κρεμούσαν στα μπαλκόνια για να την δουν τα κορίτσια του χωριού. Το Σάββατο οι συμπέθεροι, οι συγγενείς του γαμπρού, πήγαιναν να πάρουν τα προικιά. Εμπρός πήγαιναν τρία παιδιά με κάνιστρα που είχαν κουφέτα, τρία μπουκάλια κρασί, το φόρεμα της νύφης και δώρα για την οικογένεια της. Μόλις έφταναν στο σπίτι της νύφης χόρευαν και έβαζαν τη νύφη να χορέψει (για να δουν πόσο καλά χόρευε).
Έστρωναν τρία ρούχα κάτω στο πάτωμα και έβαζαν τρία παιδιά μέχρι δέκα ετών και τα σήκωναν ψηλά τρεις φορές λέγοντας : ‘’άξια, καλορίζικα, να ζήσουν σαν τα ψηλά βουνά ‘’. Οι συγγενείς της νύφης έριχναν κουφέτα τα οποία μοιράζονταν τα τρία παιδιά. Κατόπιν φορτώνουν τα προικιά σε ζώα, ενώ η νύφη βάζει στο των συμπεθέρων μεταξωτά μαντίλια (μισίνες).
Μόλις έφευγαν τα προικιά από το σπίτι της νύφης έριχναν πυροβολισμούς.
Το Σάββατο το βράδυ στο σπίτι του γαμπρού χορεύουν. Ο γαμπρός κάνει τραπέζι σε όλους τους καλεσμένους και ξενυχτά με τραγούδια και χορούς. Το ίδιο γίνεται και στο σπίτι της νύφης. Το Σάββατο το απόγευμα οι συγγενείς του γαμπρού πήγαιναν στη βρύση να φέρουν νερό να λούσουν το γαμπρό.
Την Κυριακή το πρωί πηγαίνει κάθε καλεσμένος στο γάμο με τα κανίσκια τους (κρέας, ψωμί, κρασί). Τον κουμπάρο που θα στεφανώσει το ζευγάρι τον καλούν από την Παρασκευή με σφαχτό και με γλυκά.
Την Κυριακή το πρωί στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης αρχίζουν
χορούς και τραγούδια. Ο μπραζέρης - με το κρεμαστό σακούλι στον ώμο - «ποδένει» τη νύφη αφού πρώτα της φορέσει την κάλτσα. Η νύφη βάζει στο πέτο του μπραζέρη μεταξωτό μαντήλι. Ο μπραζέρης είναι ο επικεφαλής της ακολουθίας που ξεκινά για την εκκλησία, ακολουθεί η νύφη με τους συγγενείς της και μετά η ακολουθία του γαμπρού με τους συγγενείς του και τον κουμπάρο. Όταν ξεκινούσε η νύφη τραγουδούσαν :
« Νύφη καλό σου κίνημα, καλό σου κατευόδιο,
εκεί στον τόπο που θα πας και στου γαμπρού το σπίτι,
σαν κυπαρίσσι να σταθείς σα δέντρο να ριζώσεις ».
Κατά την ώρα της τελετής η νύφη πατά το γαμπρό στο πόδι για να πάρει «το πάνω χέρι» και κατά την ακολουθία του Ησαΐα΄ οι καλεσμένοι ραίνουν το ζευγάρι με ρύζι και άνθη. Όταν τελειώσει το μυστήριο ασπάζονται όλοι τα στέφανα και εύχονται στους νεόνυμφους «να ζήσουν σαν τα ψηλά βουνά» .
Έξω από την εκκλησία η νύφη και ο γαμπρός σέρνουν πρώτοι το χορό και ακολουθεί το γλέντι, με ανάλογα τραγούδια :
« Ποιος ήταν ο προξενητής που μάσησε κανέλλα
και ταίριαξε τέτοιον αϊτό με τέτοια περιστέρα,
κουμπάρε που στεφάνωσες τα δύο κυπαρίσσια
να σ’ αξιώσει ο Θεός να ‘σαι και στα βαφτίσια».
Όλοι καταλήγουν στο σπίτι του γαμπρού όπου συνεχίζεται το γλέντι μέχρι αργά το βράδυ. Τη Δευτέρα γίνονται τα «πιστρόφια», γαμπρός, νύφη και οι συγγενείς του γαμπρού στου πεθερού το σπίτι στήνουν άλλο γλέντι. Μετά από δεκαπέντε μέρες οι νεόνυμφοι εκκλησιάζονται.
Η τελευταία κηδεία στην Πάνω Καμάρα
αφηγείται ο Γιάννης Σιαντίκος
Το 1908 ο τελευταίος Καμαραίος που θάφτηκε στο νεκροταφείο του Αη-Γιώργη στην Πάνω Καμάρα ήταν ο Αποστόλης Ζερίτης ( σε ηλικία 90 περίπου ετών ).
Η πομπή ξεκίνησε να ανηφορίζει από τα Ζερτέικα και ο δεσπότης που είχε κληθεί στην κηδεία και άργησε, φτάνοντας στον κάμπο και βλέποντας την μεγάλη πομπή που ανέβαινε είπε :΄΄ τυχερός και μεγάλος ο πεθαμένος .. για να τον κουβαλάει όλο το χωριό στον ανήφορο..΄΄
Οι Σιεντίκοι ή Σιαντίκοι
Οι Σιαντίκοι που ήρθαν από την Μουσουνίτσα Λαμίας ήταν τρεις και υπηρετούσαν τα άρματα στον Πλαπούτα.
Ο Πλαπούτας και ο Νικηταράς για μεγάλα διαστήματα στη διάρκεια του Αγώνα υπηρετούσαν στην Ρούμελη (Στερεά Ελλάδα ).
Κατόπιν διένεξης οι τρεις Σιαντίκοι ήρθαν στην Καμάρα και διατηρούσαν στανοτόπι στο Αμπελάκι μέχρι και μετά την απελευθέρωση.
Ένας απ’ αυτούς όπως είδαμε ήταν ένας από τους επτά οπλαρχηγούς υπό τον καπετάνιο Μπούρα στα χρόνια του Αγώνα.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1960 - Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ
Από το 1950 και μετά η Καμάρα, όσον αφορά την φυσική κίνηση του πληθυσμού ακολούθησε την αρνητική πορεία που παρουσίασε όλη η χώρα με την εξωτερική αλλά και την εσωτερική μετανάστευση προς την Αθήνα.
Η ίδια πορεία και πιο έντονα συνεχίστηκε και την δεκαετία του 1960.
Διαφοροποίηση από την συγκεκριμένη φορά της κίνησης του πληθυσμού παρατηρείται στα μέσα της δεκαετίας του ‘70.
Αυτό οφείλεται για τους μετανάστες στην αδιάπτωτη νοσταλγία, που είναι σχεδόν αδύνατο να μετριαστεί στα αποξενωτικά geto των Gastarbeiter, συνδυασμένη με την κάμψη της οικονομίας των δυτικοευρωπαϊκών χωρών, που απετέλεσε έντονο κίνητρο παλιννόστησης.
Ο κύριος λόγος επιστροφής ενός μέρους των κατοίκων που είχαν μετακινηθεί προς τα αστικά κέντρα ήταν η αξιοποίηση των φυσικών πόρων της λιγνιτοφόρας λεκάνης της Μεγαλόπολης, με την κατασκευή των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ.
Τα χρόνια αυτά παρατηρήθηκε αύξηση του πληθυσμού κατά 5,4%.
Φθίνει πλέον το Λεοντάρι σαν κωμόπολη και εμπορικό κέντρο , ενώ αναπτύσσεται ραγδαία η βιομηχανική πλέον πόλη - Μεγαλόπολη.
Η Μεγαλόπολη γίνεται πόλος έλξης όχι μόνον για εργασία και μόνιμη εγκατάσταση αλλά και για την διάθεση του ελεύθερου χρόνου των κατοίκων των γύρω περιοχών.
Ο νεοεισαγόμενος αστικός τρόπος ζωής έχει πλέον γοητεύσει έναν λαό που ωστόσο ήταν ανέτοιμος για μια τέτοια μετάβαση.
Η μετάβαση δεν έγινε ΄΄από μέσα΄΄, ως φυσική εξέλιξη μιας εσωτερικής οικονομικής ανάπτυξης , αλλά επιβλήθηκε απ΄έξω, καθώς οι διάφορες συμμαχικές ΄΄ βοήθειες΄΄ δεν χρησιμοποιήθηκαν για την δημιουργία των προϋποθέσεων μιας παραπέρα ισόρροπης οικονομικής ανάπτυξης , αλλά για την επικράτηση ενός καταναλωτικού μοντέλου διαβίωσης και τρόπου ζωής ( αμερικάνικου ), ο οποίος μάλιστα κυριολεκτικά διαφημιζόταν από τα νεοεισαγόμενα media (εισαγωγή της τηλεόρασης στην καθημερινή ζωή ).
Με απλά λόγια ο χθεσινός αγρότης ή κτηνοτρόφος έγινε ξαφνικά ‘’δημόσιος υπάλληλος’’ όπως αρέσκεται να αυτοαποκαλείται αντί του βιομηχανικός εργάτης.
Ο πληθυσμός αυτός τρέφει έναν βαθύτερο διχασμό, είναι αγρότης και αστός μαζί και μάλιστα με τρόπο που δεν γεφυρώνει τις διαφορές μεταξύ των δύο ταυτοτήτων , αλλά οδηγεί σε σοβαρές ανισορροπίες και μεταπτώσεις.
Παράλληλα οι εσωτερικοί μετανάστες της Αθήνας , με κίνητρο την ανάγκη διατήρησης των δεσμών τους με τα χωριά καταγωγής τους , προχωρούν από τις αρχές της δεκαετίας του ‘50 στη σύσταση πατριωτικών συλλόγων.
Οι Καμαραίοι της Αθήνας συναντώνται στην ‘’Πρεσβεία’’, όπως αποκαλούσαν το στέκι στην οδό Αγ. Κωσταντίνου 6 στην Αθήνα.
Το μαγαζί αυτό, το τσαγκάρικο του Βασίλη του Ζερίτη , στο οποίο δούλευε και ο Δημήτρης ο Τζαμουράνης , γίνεται ο τόπος συνάντησης όλων των Καμαραίων που είτε ανέβαιναν από το χωριό στην Αθήνα, είτε ήταν στην Αθήνα και ήθελαν να συναντηθούν.
Εκεί γεννήθηκε και η ιδέα της πατριωτικής συσπείρωσης από τον ‘’μπαρμπα Μήτσιο’’ τον Ζερίτη και τον δάσκαλο τον Σιαντίκο, δυο άτομα σεβαστά και αγαπητά από όλους τους Καμαραίους, που είχαν επίσης συλλάβει ως ιδέα , τα δύο μεγάλα έργα του χωριού, το πρώτο υδραγωγείο και την εκκλησία, γυρίζοντας έτσι σελίδα στα της μεταπολεμικής Καμάρας.
Έτσι δημιουργήθηκε ο ‘’Πατριωτικός Σύλλογος Καμαραίων Αθηνών Πειραιώς και Προαστίων ο Άγιος Γεώργιος’’.
Το πρώτο και το κύριο μέλημα ήταν η ανέγερση του νέου ιερού ναού του Αγ. Γεωργίου στο χωριό, η μορφή του οποίου έγινε πλέον η νοητή εικόνα των απανταχού Καμαραίων, κάθε φορά που θα συζητούσαν για την Καμάρα ή θα αναφέρονταν σ’αυτή.Και ταυτόχρονα όπως είπαμε η κατασκευή υδραγωγείου.
Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ
Η συνεχιζόμενη αστικοποίηση του τρόπου ζωής με αποκορύφωμα την δεκαετία του ’80, τότε που η επιχειρούμενη αλλοτρίωση εξαπλώθηκε, τότε που η χώρα έκανε τη μεγάλη στροφή στον άκρατο καταναλωτισμό και στον αμερικάνικο τρόπο ζωής, τότε που πολιτισμικές αξίες της χώρας δονούνταν στη βάση τους (επιβάλλεται η δημοτική γλώσσα, ο εθνισμός εξορκίζεται ως κακός εθνικισμός, ξεφυτρώνουν και στην επαρχία τα ναρκωτικά, κ.λ.π.) , τότε γεννούνται ως φυσική αντίδραση οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι , οι οποίοι καλούνται να συγκρατήσουν τη νεολαία κυρίως , σε μία υγιή και ελληνότροπη μορφή έκφρασης και ψυχαγωγίας, και να περισώσουν πολιτισμικές αξίες.
Το 1980, επί προεδρίας Ι. Δημόπουλου και με την υποστήριξη του προέδρου της Ένωσης Φαλαισιωτών Γρ. Συκαρά, ανεγείρεται στην Καμάρα το πρότυπο Νομαρχιακό Αγροτικό Κέντρο Καμάρας, το οποίο στον πρώτο όροφο στεγάζει τα γραφεία της Κοινότητας, του Πολιτιστικού Συλλόγου Καμάρας, του Αθλητικού Ομίλου , Τ/Φ κέντρο ΟΤΕ, καθώς και το Αγροτικό Ιατρείο.
Στο ισόγειο του ίδιου κτιρίου γίνεται αίθουσα πολλαπλής χρήσης, με μπαρ και θεατρική σκηνή , που παραχωρείται στον ιδρυθέντα το 1982 Πολιτιστικό Σύλλογο Καμάρας για την λειτουργία Εντευκτηρίου.
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Καμάρας ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του δάσκαλου Γ. Γκάνιου και των Ν. Μπούρα, Ν. Κερκεμέζου, Π. Παναγάκη, Ν. Κανέλλου, Ι. Δημόπουλου, Γ. Χλιού, Α. Μπαλίκου και άλλων.
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Καμάρας πρωτοποριακός για την επαρχία Μεγαλόπολης από ιδρύσεώς του , παρουσιάζει πληθώρα πολιτιστικού έργου.
Οργανώνει το Εντευκτήριο σαν αίθουσα αναψυχής ( club ), με βιβλιοθήκη, θεατρική σκηνή, μπαρ, πνευματικά παιχνίδια, ανεβάζει δύο θεατρικές παραστάσεις το χρόνο - με ηθοποιούς από τα μέλη του - και μάλιστα τις ανεβάζει και σε γύρω χωριά, διοργανώνει επιμορφωτικά σεμινάρια, διαλέξεις, στήνει θερινό σινεμά, κάνει δενδροφυτεύσεις, διοργανώνει εκδρομές, λαϊκά και παραδοσιακά πανηγύρια ( το μεγάλο πανηγύρι του 15αύγουστου ) και αναβιώνει άλλα όπως του Αγ. Γεωργίου, κάνει χοροεσπερίδες, καρναβάλι και πολλά άλλα.
Μυστικό της επιτυχίας , η αξιοποίηση του δυναμικού και του ελεύθερου χρόνου της νεολαίας του χωριού η οποία έβρισκε ένα δημιουργικό διέξοδο - βασισμένο μάλιστα έντονα στην αρχή της άμιλλας - σε αντίθεση με τον νεοαστικό τρόπο ζωής στη Μεγαλόπολη.
Η ασυγκράτητη αστυφιλία όμως, ως φυσικό επόμενο της εξαρτημένης οικονομικής πολιτικής ,που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις της λεγόμενης μεταπολίτευσης, οδηγούσε αργά και σταθερά σε ερήμωση της υπαίθρου.
Σήμερα - το 1999 - εποχή παρακμής για τα πολιτιστικά της Καμάρας, η Μεγαλόπολη κερδίζει και τον ελεύθερο χρόνο της λίγης νεολαίας που απέμεινε, αλλά και τα νέα ζευγάρια που εγκαθίστανται εκεί μόνιμα.
Άραγε επαναλαμβάνεται η Ιστορία ; Η Μεγάλη Πόλις εξανδραποδίζει την Αίγυν ;
Η αλήθεια είναι ότι το μοντέλο των πολιτιστικών συλλόγων δεν εκφράζει πλέον την σημερινή εποχή και χρειάζεται αναπροσαρμογή στα νέα οικονομικο- κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα.
Το αναπόφευκτο οξύμωρο σχήμα της εκπροσώπησης ενός φορέα πολιτισμού από άτομα που δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο, το διαρκές οικονομικό πρόβλημα λόγω του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, οι προσωπικές αντιπαραθέσεις της μικρής και κλειστής κοινωνίας στην οποία δρουν, είναι προβλήματα που είτε υποβαθμίζουν, είτε εκτρέπουν επικίνδυνα την πορεία αυτών των φορέων.
Σήμερα η Τοπική Αυτοδιοίκηση και ειδικά οι Δήμοι βάσει του Ν. 2539/97, οφείλουν να επιμελούνται των πολιτιστικών της περιοχής τους, ως πιο υπεύθυνοι φορείς.
Και θα μπορούσαν να το πράξουν επάξια αν ενεθάρρυναν στην επικράτειά τους, την σύσταση Αστικών μη Κερδοσκοπικών Εταιρειών Πολιτισμού, που θα αναλάμβαναν την επιμέλεια αυτού του τομέα, στα νέα πλέον πεδία του εναλλακτικού τουρισμού, προβολής και διαφήμισης του τόπου, συνεπιμέλειας των σχολείων και της αγροτικής ιατρικής φροντίδας, προβολής των εκάστοτε ευρωπαϊκών προγραμμάτων, κ.λ.π.
Τέτοια άριστα παραδείγματα είναι πολλά στην σημερινή Ελλάδα και μια τέτοια πρωτοβουλία συγκρότησε πειραματικά η ''Παρέμβαση Νέων Φαλαισίας''.
Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΚΑΜΑΡΑΣ
H θρησκευτική ζωή εκφράζεται μέσα από την λειτουργία του ιερού ναού του Αγ. Γεωργίου, του επίσημου προστάτη της σημερινής Καμάρας, ο οποίος καθιερώθηκε ως πολιούχος το 1860.
Τότε κτίστηκε ο Αι - Γιώργης ,καθολικού ρυθμού, η πρώτη εκκλησία μέσα στο χωριό, σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από την οικογένεια Χλιού στην εκκλησία.
Για το όνομα της εκκλησίας ρίξανε κλήρο γιατί υπήρχε και πρόταση να ονομαστεί Αγ. Νικόλαος.
Πρώτος της ιερέας ο Παπαστάθης από την οικογένεια Παπαγγελή.
Λέγεται ότι ο πατέρας του ήταν ο παπα -Αγγελής από τον οποίο και προέκυψε το επίθετο Παπαγγελής.
Το 1889 εφημέρευε στην ενορία κάποιος ιερέας από την Αλαγονία της Μεσσηνίας.
Στη συνέχεια κάποιος ηγούμενος από την Ι. Μονή Μπούρα μέχρι το 1908.
Από το 1908 μέχρι το 1920 ιερέας ήταν ο Παπαπέτρος Σιμόπουλος ο οποίος είχε εξαιρετική για την εποχή του μόρφωση.
Κατόπιν ο Παπαληάς Σιαντίκος, ο γιος του ο Παπαχρήστος ο οποίος χάθηκε άδοξα στη διάρκεια του εμφυλίου, μετά ο Παπαστέλιος Σιαντίκος και σήμερα ο Παπαχρήστος Παπαδόπουλος.
Κατά τους δύο τελευταίους κτίστηκε ο νέος σημερινός ναός του Αγ . Γεωργίου, πετρόκτιστος βυζαντινού ρυθμού, με ενέργειες του Πατριωτικού Συλλόγου Καμαραίων Αθήνας, πρωτοστατούντων των ‘’Μπαρμπα- Μήτσου’’ - όπως ήταν γνωστός - Ζερίτη και του δάσκαλου Σιαντίκου, όπως είδαμε και παραπάνω.
Το 1994 επεκτάθηκε στη σημερινή του μορφή, διατηρώντας τον βυζαντινό του ρυθμό, με δωρεά του συμπατριώτη μας βιομηχάνου Πάνου Ζερίτη, ο οποίος ακολουθώντας το δημιουργικό παράδειγμα του πατέρα του, προέτρεψε στην ανακατασκευή του συνολικού χώρου της πλατείας βάσει σχεδίου.
Το έργο ξεκίνησε επί προεδρίας Νίκου Μπούρα, στο κοινοτικό συμβούλιο του οποίου συμμετείχα συμβάλλοντας στον αρχικό σχεδιασμό και αποπερατώθηκε πρόσφατα με την ανάπλαση της πλατείας βάσει ενιαίου σχεδίου για τον χώρο, απο τον καποδιστριακό Δήμο Φαλαισίας.
Το 1996 με δωρεά των επίσης εξαίρετων συμπατριωτών μας αδελφών Μπούρα προστέθηκε το επενδυμένο με πέτρα καμπαναριό της εκκλησίας, με γραφείο ιερέως στη βάση του.
Στη συνέχεια από διάφορους δωρητές έγινε η αγιογράφηση του Αγ. Γεωργίου.
Αυτό που κατά τη γνώμη μου υπολείπεται , είναι η μεταφορά ( και μάλιστα με ειδική τελετή ), της αρχικής εικόνας του Αγ. Αθανασίου στην νέα εκκλησία , γιατί αποτελεί όπως είδαμε το λίκνο των πρώτων Καμαραίων και ιερό ιστορικο-θρησκευτικό σύμβολο για την Καμάρα.
Εξωκλήσια που διατηρούνται σήμερα είναι ο ναός της Παναγίας στο Παλιομανάστηρο, ο ναός της Αναλήψεως στην Πάνω Καμάρα, ο Αγ. Νικόλαος και ο Άγιος Ραφαήλ στα Μπουρέικα και η Ζωοδόχου Πηγής στην ‘’Παναγιά στο βράχο’’.
Το νεκροταφείο του χωριού μέχρι το 1908 ήταν στην Πάνω Καμάρα και στου Αγ. Σωτήρος. Από το 1908 μέχρι σήμερα είναι στον Αγιο Γεώργιο στην πλατεία του χωριού και μάλιστα απο το 1992 μεταφέρθηκε δυτικά και χαμηλότερα της πλατείας σε νέο διασκευασμένο χώρο. Ταυτόχρονα λειτουργεί και του Αγ. Σωτήρος.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)










