Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Ο Χαλασμός της Ρωμηοσύνης

Μάρτης του 1826. Στις καστροπολιτείες του Μοριά το αποχείμονο βαραίνει τη νύχτα πιότερο απ’ το σκοτάδι.Που και που κανά κλεφτοφάναρο θαμπίζει στα χαμόσπιτα ή τρογύρω στα καραούλια των καπεταναίων.

Στην απογιούρα της νυχτιάς μια σκιά αχνοφεγγίζει στην πετροτειχιά του φτωχικού του Δημάκη. Σιμώνει το παραθύρι και χτυπάει τρεις φορές συνθηματικά κι ύστερα σούρνεται κατά τη χαμόπορτα που ανοίγει και ξανακλείνει βιαστικά.  
- Ήρθες γιέ μου? ρωτάει η γριά και παίρνει την κάπα από το νυχτερινό μουσαφίρη.
- Ήρθα μάνα - αποκρίνεται.Για λίγο θα σταθώ και θα πάω στο θέλημά μου.
- Στάσου να πάρεις μια μπουκιά να κρατηθείς τόσο δρόμο απ’ το βουνό κι ύστερα πας Κωσταντή μου, αντικραίνει με γλυκιά παραπονεμένη φωνή η γερόντισα μάνα.
- Μη σκοτίζεσαι μάνα, δύναμή μου είναι η θωριά σου κι ο γδικιωμός που έρχομαι να τάζω στον πατέρα, αποκρίνεται ο κλέφτης και τα μάτια του αστράφτουν στην αναλαμπή του τζακιού πιότερο απ’ τ’άρματα που έχει ζωστεί κάτω απ’ τη χιονισμένη κάπα.
Σηκώνεται την ασπάζεται κι έτσι όπως ήρθε σαν αερικό βγαίνει και ξαναχάνεται στη νύχτα.

Έκοψε κατά τη λάκα του Σίμου χαμηλότερα εκεί που ήταν το νεκροταφείο. Πλησιάζει, κοντοστέκεται και σαν αρπαχτικό της νύχτας κοιτάζει ολόγυρα. Δεν είδε τίποτα και με γρήγορες δρασκελιές γνωρίζοντας τον τόπο και τα πατήματα φτάνει στο μνήμα του καπετάν Δημάκη. Σκύβει ν’ ανοίξει το μικρό εικονοστάσι με το καντηλάκι και βλέποντάς το αναμμένο αναπετάγεται και κουρνιάζει στα ξεροχόρταρα κοιτώντας και πάλι τρογύρω.
Δε σειέται τίποτα, ώσπου σηκώνοντας να δει καλύτερα μια άλλη σκιά πηδάει στον περίβολο βλέποντάς τον κι ακούγονται μέσα στη νύχτα τ' άρματά της.
Τρέχει αντίθετα ο Κωσταντής και βιαστικά χάνεται τραβώντας για το λημέρι του στο βουνό, την ίδια ώρα που αντίθετα έτρεξε και κρύφτηκε ο άγνωστος επισκέπτης.
Σε λίγη ώρα κι αφού σιγουρεύτηκε πως ο Κωσταντής απομακρύνθηκε, ξανασίμωσε στη λάκα κι έφτασε κοντά γονατίζοντας κι αυτός στο μνήμα του Δημάκη.
- Μπιστικός σου θα ‘τανε γερο καπετάνιο- μονολογεί- για βλέπω πως σ’ άναψε το καντήλι πριν από μένα!
Μη στενοχωριέσαι όμως, στο γιόμα του φεγγαριού θα ξαναπιάσει η φρεγάτα σιμά και θα ‘ρθω πιο γρήγορα να σε χαιρετήσω.
Ο καπιτάν Αντρέ έμαθε κι αυτός πως είμαι Ρωμηός φραγκεμένος και δε μου χαλάει χατίρι σαν είναι για σένα!
Αυτά είπε κι ύστερα έφυγε βιαστικά κατά κει που ήρθε, την ακτή.

Το γιόμα του φεγγαριού ήρθε μαζί με την άνοιξη κι ο φράγκος ξανάπιασε με βάρκα την ακτή για να πισκεφτεί το μνήμα.
Ήτανε πόλεμος και σιμά στον κάμπο και στο βουνό ρωμηοί και τούρκοι στρατοπεδεμένοι εκάνανε τις νυχτερινές αβαρείες των αρμάτων.
Στη φεγγαράδα όμως, ακόμη δυο μουσαφίρηδες ροβόλαγαν για το μνήμα του καπετάνιου χωρίς να λογιάζουν ούτε μεταξύ τους, ούτε και πως κάποιος άλλος τράβαγε κατά κει.
Ο ένας ήταν ο κλέφτης Κωσταντής που ο φράγκος τον λόγιασε για μπιστικό του καπετάν Δημάκη κι ο άλλος … Ο άλλος ήτανε ξένος δυο φορές γιατί κι η όψη του και τ’ άρματά του σκιάζανε και τα θεριά της νύχτας.
Κοντοσιμώνει ο Κωσταντής και σκύβει στο καντήλι την ώρα που φτάνει ο Φράγκος και θωρώντας τον του φωνάζει χαμηλά και θαρετά : - μη σκιάζεσαι και κράτα τ’άρματα ήρθα να προσκυνήσω τον τάφο του πατέρα μου κι απ’ ότι ματαβλέπω  είσαι μπιστικός του θαρρώ κι ανάβεις του το καντήλι.
Σάστισε πιότερο ο Κωσταντής και με το χέρι στη λαβή του σπαθιού του του αντιλέει : 
- Τι κραίνεις μωρέ? Ο καπετάν Δημάκης είναι δω και γιό δεν έχει πιο από μένα!

Κοντοστέκεται αποσβλωμένος ο φράγκος και πριν προλάβει ν’ απαντήσει ακούγεται το θεριό που κατέφτασε τρίτος και τους θωρεί απά στο μνήμα :
 - Πίσω ορέ γκιαούρηδες από το μνήμα του καπετάνιου, σκούζει κι ορμάει καταπάνω τους με τραβηγμένο το γιαταγάνι.
Τραβάνε τα σπαθιά και τρία θεριά αντιπαλεύουν απά στο μνήμα του Δημάκη. Βαρεί ο γενίτσαρος κατά το Φράγκο και τονε παίρνει ξυστά στον ώμο ρίχνοντας το σπαθί απ’ το χέρι του. Ορμάει να τον αποτελειώσει και μπαίνει μπρός στο γιαταγάνι του το σπαθί του Κωσταντή αντιγυρίζοντάς τον πίσω με περίσσια δύναμη. Στέκουν στο κουρνιαχτό τα δυό θεριά με το Φράγκο πληγωμένο κατάχαμα και λαχανιάζοντας τούρκος και ρωμηός ψάχνουν να βρουν που θα βαρέσουν. 
- Ποιος είσαι ορέ γκιαούρη? σκούζει ο γενίτσαρος, τι θέλεις στο μνήμα του πατέρα μου?
- Εδώ χαμαί είν’ ο Δημάκης σκύλε και γω είμαι ο γιός του ο Κωσταντής, ο κλέφτης που θα σου πάρει το κεφάλι!
Τινάζεται πίσω ο αγαρηνός και το γιαταγάνι του γέρνει θαρρείς απορημένο…
- Τι λες ορέ ? γιός του Δημάκη? γιός του Δημάκη είσαι σύ?
Και πέφτοντας στο ένα γόνατο τραβάει από το στήθος του φυλαχτό ένα μικρό σταυρό και τον απλώνει κατά τον Κωσταντή.
- Δες ορέ, αυτό είναι απ’ τη μάνα μου την Ασήμω, αν είσαι της Ασήμως πες μου αν ζει για απόθανε κι ύστερα σκότωσέ με.
Άξαφνα βάρυνε το σπαθί του Κωσταντή που σιμώνει πέφτοντας κι αυτός στα γόνατα πιάνει το χέρι του γενίτσαρου με το σταυρό, αμίλητος, ώσπου κατάφερε ν’ απλογηθεί:
- Αδερφέ! Αδερφός μου είσαι στ’ αλήθεια μωρέ κι αυτός ο φράγκος που πήγες να χαλάσεις, αδέρφι είπε πως είναι.
Κοντοσηκώθηκε κι ο φράγκος σα χαμένος κι είπε μόνο πως τονε λέγανε Σίμο. Δε μπόργιε να πει τίποτ’ άλλο.
- Εγώ είμαι ο Γιάνναρος απάντησε ο γενίτσαρος κι όταν με πήραν στην τουρκιά αδέρφι άλλο δεν είχα.Τώρα που έσωσα να προσκυνήσω το γεροκαπετάνιο βρήκα το Σίμο και τον Κωσταντή. Τ’ ακούς γέροντα? Αδέρφια βρήκα καπετάν Δημάκη!Αδέρφια!

Αφού συχάσανε, μουλωχτά στο σκοτάδι τους τράβηξε ο Κωσταντής κατά το φτωχικό της Ασήμως.
Η γερόντισα είχε αποβραδίς σηκωθεί να κοιτάξει το καντήλι της Παναγιάς γιατί ‘δε όνειρο σημαδιακό και σκιάχτηκε η έρμη.
Σταυροκοπιέται και λέει : - Μεγαλόχαρη κάμε μη ροβολήσει απ΄το βουνό  ο Κωσταντής μονάχος και τονε δουν οχτροί στο φεγγαρόγιομο.
Και τ’ άλλα ωιμέ, τ' άλλα  ζουν γι απόθαναν, όπου κι αν ειν’ οι δρόμοι τους φύλαχτα παναγιά μου!  
Εκείνη την ώρα ακούει το χτύπο τρεις φορές στο παραθύρι κι αναθάρρησε.Ανοίγει τη χαμόπορτα να μπει ο Κωσταντής της και βλέπει μαζί του το φράγκο και τον αγαρηνό και χλώμιασε πισοπατώντας.
- Μη φοβάσαι κυρά Ασήμω της κράζει ο Κωσταντής, αυτά είναι τ’ αδέρφια που δε μου φανέρωσες κι η ψυχή του καπετάνιου μας αντάμωσε απά στο μνήμα του προσκυνητάδες!

Λίγωσε η καπετάνισα και μια ψαχουλεύοντας τα πρόσωπα και μια κρατώντας τους στην αγκαλιά της δόξαζε την Παναγιά που της έστερξε αναπάντεχο το όνειρο αποβραδίς λογιάζοντας πως είναι έτοιμη κι ευχαριστημένη πλέον ν’αποθάνει.
- Μα σεις βιαστείτε ομπρός παιδιά μου πριν χαράξει, τους φωνάζει με αναφιλητά. Τραβάτε στα λημέρια σας κι αποτραβάτε τ’ άρματα στο χαλασμό της μέρας. Για σαν εσάς αδέρφια πιότερα σκοτώνονται στη Χώρα.

Τρεις δρόμους τράβηξαν τα καπετανόπουλα κι ορκίστηκαν σε κάθε γιόμα να βλέπονται, ώσπου να δώσει ο Θεός να πάψει ο χαλασμός της Ρωμηοσύνης …   


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου