Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Διγενήδες στο Μοριά

Είναι ένα ανοιξιάτικο πρωϊνό του 1228 μ.Χ. σε κάποια απ’ τις κοιλάδες του Αλφειού που ξεδιπλώνεται από το κέντρο του Μοριά μέχρι το πέλαγο της Ηλείας. Στoν οικισμό της Ευανθίας οι λιγοστοί κάτοικοι ξεκίνησαν για τα χωράφια και τα κοπάδια τους. Όλος ο Μοριάς στα χρόνια της Φραγκοκρατίας είναι σχετικά αραιοκατοικημένος και ο πληθυσμός αγροτοποιμένες που δε θύμιζαν τίποτα από την παλιά χώρα. Ο ηγεμόνας Γουλιέλμος διοικούσε τον τόπο με βαρωνείες και κάθε βαρώνος αρκούνταν στη δεκάτη της παραγωγής για την οποία φρόντιζε ο προεστός του κάθε χωριού.

Προς τη μικρή πλατεία του χωριού με τη βρύση έσερνε τα βήματά της η γριά ζητιάνα, που κατηφόριζε πιο συχνά από τη σπηλιά ψηλά στο βράχο που κατοικούσε σαν ερημίτισσα. Οι ντόπιοι την είχαν συνηθίσει πλέον και μάλιστα κάποιοι έλεγαν πως είναι ξωτικό σταλμένο από την Παναγιά για να δοκιμάζει το φιλότιμο και την καλοσύνη τους. Ήταν ήσυχη, γλυκιά και καλοσυνάτη η καημένη και δεν ήταν τόσο τα χρόνια, όσο οι κακουχίες της ζωής που έκαναν ολόλευκα τα μαλλιά κάτω από τη μαύρη της μαντήλα. Συνήθως ο προεστός ή κάποιος από τους χωρικούς τη φίλευαν κατιτίς. Μα τούτο το πρωινό δεν ήρθε για ζητιανιά. Ήταν ανήσυχη και τράβαγε για το σπίτι του προεστού, για να του πει πως χαμηλά στο ποτάμι άκουσε φασαρία στα άγρια χαράματα λαχταρώντας να μάθει τι συμβαίνει.

Περνώντας από τη βρύση στην πλατεία κοντοστάθηκε να ανασάνει. Όλες οι κοπέλες του χωριού ήταν εκεί με τις στάμνες τους για νερό και όπως πάντα ήταν έτοιμες να πειράξουν με τα λόγια τη γερόντισσα ζητιάνα. Όμως πάντα η πιο όμορφη απ’ όλες η Λιογέννητη, που τη βάφτισαν έτσι γιατί είχε
ολόλαμπρα ξανθά μαλλιά, τις απόπαιρνε και συνέτρεχε γλυκά τη γερόντισσα που τη λυπόταν για τα βάσανά της. Η Λιογέννητη ήταν ένα από τα ψυχοπαίδια του προεστού που ήταν στη δούλεψή του. Τράβηξαν μαζί για το σπιτικό του άρχοντα και η γερόντισσα του είπε την ανησυχία της.   
- Μην ανησυχείς, της λέει ο προεστός που πάντα της μίλαγε καλοσυνάτα. Πήραμε με τον Ηρακλή αποβραδίς το μεγαλύτερο κοπάδι των Βατοχωριτών μπας και σταματήσουν τις κλεψιές.

Ο Ήρακλής κι αυτός ψυχοπαίδι του προεστού ήταν ένα ψηλό καστανόξανθο παλικάρι που είχε γίνει πλέον το πρωτοπαλίκαρο του χωριού. Θρασύς κι αψύς ήθελε να κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά στους Βατοχωρίτες, όχι για το κοπάδι, αλλά για να παραβγεί στον Άριστο το πρωτοπαλίκαρο των Βατοχωριτών. Οι δυο τους μαθές είχαν ανοιχτούς λογαριασμούς  αφού καίγονταν για την καρδιά της Λιογέννητης,  παρότι ο προεστός δεν τους άφηνε κανένα περιθώριο να την πλησιάσουν ή να την ζητήσουν. Αυτή όμως νοιαζόταν για τον Άριστο απέναντι και το ΄δειχνε κρυφά μονάχα σαν τον έβλεπε από μακριά ή ακούγοντας για τα έργα και τις παλικαριές του. Ήξερε όμως πως τώρα τον προκαλούσε ο Ηρακλής και στο μυαλό της φώλιασε η πεθυμιά και ο φόβος για το τι θα γενεί…

Όμως κι οι Βατοχωρίτες δεν έμειναν άπραγοι. Συνάχθηκαν αποβραδίς και οργισμένοι ζητούσαν να κατέβουν όλοι μαζί να λογαριαστούν με τους Ευανθιώτες.
- Δε θα πάτε πουθενά, τους φώναξε ο Άριστος. Αύριο το μεσημέρι θα κατέβω μοναχός και θα τα φέρω πίσω.
Οι Βατοχωρίτες τον κοίταξαν σαστισμένοι γιατί δεν ήξεραν τι είχε στο μυαλό του, μα δε μπορούσαν και να του φέρουν αντίρρηση γιατί ήξεραν πως είναι συνετός και γιατί ‘ταν το πρωτοπαλίκαρο μαθές και ήξεραν πως κανείς δεν μπορεί να του παραβγεί στη δύναμη και τη γνώση. Έτσι αρκέστηκαν στο συγκαταβατικό νεύμα του προεστού που είχε εμπιστοσύνη στο ψυχοπαίδι και πρωτοπαλίκαρό του.
Ο Άριστος ήταν ένα γεροδεμένο παληκάρι με μακριά καστανόμαυρα μαλλιά δεμένα ψηλά στο μέτωπο, που δεν καυχιόταν για τη δύναμη και την αντρειά του, μα άλλοτε σοβαρός, άλλοτε χαμογελαστός νοιαζόταν για τα προβλήματα του χωριού και βοηθούσε παντού όπου υπήρχε ανάγκη. Ο προεστός που τον είχε ψυχοπαίδι από μικρό είχε φροντίσει να του μάθει πώς να γίνει συνετός και δυνατός σαν τους Έλληνες τους παλιούς που κατοικούσανε στον τόπο. Κι αυτός όλο ρώταγε και ήθελε να μαθαίνει περισσότερα. Μα τούτη τη φορά δε νοιαζότανε γι αυτά. Ήθελε να πάει απέναντι από το ποτάμι και να διεκδικήσει ήρεμα και αποφασιστικά το δίκιο του χωριού του, έτσι όπως λαχταρούσε να διεκδικήσει κάποια στιγμή και την καρδιά της Λιογέννητης…

Κι έτσι κίνησε την επόμενη μέρα μοναχός και τράβηξε για την πλατεία του απέναντι χωριού γνωρίζοντας πως θα’ ναι όλοι εκεί περιμένοντας την αντίδραση των συγχωριανών του. Κι ήταν πράγματι όλοι εκεί. Ο προεστός και οι κάτοικοι με μπροστάρη τον Ήρακλή και οι κοπέλες που τάχα γέμιζαν στη βρύση καθυστερώντας για να δούνε τι θα γενεί. Την ίδια ώρα αγκομαχώντας από τη βιασύνη κι αναθεματίζοντας τα κουρασμένα γόνατά της έφτανε κι η γριά ζητιάνα.

Στάθηκε ο Άριστος απέναντι από όλους και άρχισε με δυνατή και συνετή φωνή να τους λέει πως δίκιο είναι να επιστραφεί το κοπάδι στον τόπο του και στο εξής να σταματήσουν οι κλεψιές κι οι αντιδικίες κι ο καθείς στα δυο χωριά να προκόψει και να νοικοκυρευτεί ανενόχλητος. Κι εκεί που όλοι οι Ευανθιώτες καλμάρισαν με το λόγο του κι άρχισαν να σκέφτονται το δίκιο και το σωστό, τους διέκοψε ο Ήρακλής που με οργή άρχισε να βρίζει τον Άριστο σαν κιοτή που μιλάει θολά αντί να παλέψει για όσα νομίζει πως του ανήκουν και κινήθηκε μπροστά να τον χτυπήσει. Ο Άριστος αποφεύγοντας το χτύπημα τον έσπρωξε κι ο Ηρακλής έπεσε κατάχαμα. Αμέσως τινάχθηκε πάνω και τούτη τη φορά στο χέρι του γυάλισε το μαχαίρι που έδειχνε πως ζήταγε το αίμα του Αρίστου. Ο Άριστος του έπιασε το οπλισμένο χέρι και τα δυο πρωτοπαλίκαρα κυλίστηκαν στο χώμα με το χωριό σαστισμένο να κοιτάει τα θεριά που αντιπάλευαν ανήμπορο να αντιδράσει. Έπεσε το μαχαίρι μα το ξανασήκωσε ο Ηρακλής και ορμάει κατά τον Άριστο μαχαιρώνοντάς τον λοξά στο μπράτσο. Την ίδια στιγμή δυο δυνατές φωνές ακούστηκαν πάνω από την οχλαβοή. Η μια η σπαραξιά της Λιογέννητης που δεν μπόρεσε να κρύψει άλλο την ανησυχία της και η άλλη η δυνατότερη της γριάς ζητιάνας που έπεσε αναμεσός τους σκούζοντας : - Μη, τον αδερφό σου!…

Τραβήχτηκαν κι οι δυο, κοιτάζοντας τη γερόντισσα με απορία και λαχτάρα. Μα πιο πολύ η Λιογέννητη που είχε κι αυτή τρέξει δακρυσμένη πάνω στη γερόντισσα που έπεσε αναμεσός τους.
 - Σύχασε κόρη μου,
της είπε η γερόντισσα που την κοίταξε με μια βαθιά συμπόνοια όπως ποτέ άλλοτε, μέσα από τα βαθυγάλαζα μάτια της τα βυθισμένα στις κόγχες μιας ταλαιπωρημένης ζωής. Και τότε, μόνο τότε κατάλαβε η Λιογέννητη πως αυτά τα μάτια της, μοιάζουν τόσο πολύ με τα δικά της…
Πλάι τους και πλάι στα δυο παλικάρια που είχαν γονατίσει δίπλα της σαστισμένα έστρεξε και ο προεστός και με αργή κουρασμένη φωνή κοίταξε τη γρια ζητιάνα και της είπε:
- Ισαβέλλα κυρά μου, θαρρώ πω είναι θέλημα Θεού να σμίξει πια η φαμίλια μας, πριν μας ξανά ‘βρει το αίμα κι ο πόλεμος...
Κι εκεί στο αρχοντικό της Ευανθίας, μαζεμένα τα τρία αδέρφια με τους γονείς τους, μάθανε για τον πόλεμο που χρόνια πριν έγινε στα παράλια και για τη μάνα τους την αρχόντισσα της Ενετιάς Ισαβέλλα πως ξέφυγε και τραβώντας στην ενδοχώρα βρέθηκε στη σπηλιά που τη συνάντησε ο προεστός, την ερωτεύτηκε, την φρόντιζε κρυμμένη κι έκαναν τα τρία παιδιά που έγιναν ψυχοπαίδια σαν ορφανά, όσο ακόμη ζούσε η πρώτη κυρά του. Μα δε μπορούσε μαθές να φανερώσει την αμαρτία του, ούτε και να τα κρατήσει όλα σιμά του μην τύχει και τον υποψιαστούνε χωριανοί και Φράγκοι… 

[ Σημ : Περιληπτική διασκευή μιας από εκείνες τις αληθινές ιστορίες του μεσαιωνικού Μοριά που είχαν διασωθεί ως ανατυπώσεις, από τη χαμένη δυστυχώς βιβλιοθήκη της Δημητσάνας. Πέρα από το πολύτιμο της αληθινής καταγραφής ( με ονόματα και στοιχεία που φυσικά εδώ αλλάζουν ) θα ήταν σίγουρα έτοιμα κινηματογραφικά σενάρια ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου