Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Η επίσκεψη του τούρκου ναύαρχου στη Μάνη



Καλοκαίρι του 1680 μ.Χ. στο Οίτυλο της Μάνης. 
Δυο παλικάρια ανηφόρισαν στον πύργο κι έφεραν μαντάτο στην καπετάνισσα, από τον Τούρκο ναύαρχο του οθωμανικού στόλου.
Θα επισκεπτότανε λέει το καπετανάτο και ζήταγε από την καπετάνισσα να κρατηθούν τα όπλα, γιατί σκοπό δεν είχε να ‘ρθει για πόλεμο μα για να δει τον τόπο.
-Τι ήτανε τούτο πάλι? - αναρωτιέται η γριά καπετάνισσα, που είκοσι χρόνια τώρα η μαυροφορεμένη διαφεντεύει τον τόπο της, από τότε που ο άντρας της ο καπετάνιος σκοτώθηκε στον πόλεμο με τους Τούρκους. Ήξερε πως τούτος ο ξακουστός αγαρηνός διαφεντεύει τη θάλασσα και η φήμη του και τα κατορθώματά του είχαν φτάσει πολλές φορές με χαμπέρια στο καπετανάτο.

Έδωσε εντολή να παραταχθούν τα παλικάρια από ψηλά έως κάτω στη θάλασσα, τη μέρα που ξεπρόβαλε στ’ ανοιχτά ο τρομερός στόλος των οθωμανών.
Ο στόλος κράτησε στ’ ανοιχτά και μια βάρκα με λίγους αγαρηνούς φάνηκε να πλησιάζει. Μπροστά κι ολόρθος στη μαύρη πλουμιστή στολή κι άσκεπος με ολόμακρα μαλλιά που ανέμιζαν στο αγέρι, ξεχώριζε ο νέος ναύαρχος του οθωμανικού που είχε γίνει φόβος και τρόμος των θαλασσών εκείνο τον καιρό.
-Τι να θέλει το σκυλί? - αναρωτιόταν όλοι με τα όπλα έτοιμα, μένοντας να χαζεύουν θαρρείς την αποκοτιά που δεν είχαν ξαναδεί από άπιστο.

Έφτασε στην ακτή και πριν διαβούν οι υπασπιστές του, πριν καν να χαιρετήσει η ντόπια φρουρά, αυτός άρχισε ν΄ανηφορίζει με δρασκελιές το βράχο προς την κορφή στον πύργο, που στη μικρή βεράντα του όρθια φαινότανε η μαυροφορεμένη καπετάνισσα.
Έδειχνε πέρφανο σκαρί, λεβέντικο με δρασκελιά αιτού στο βράχο και τα παλικάρια σάστισαν πιότερο, αφήνοντας να χαμηλώσουν πιότερο τα όπλα, την ώρα που στην καπετάνισσα ένα σκίρτημα σα μαχαιριά της έσκισε τα στήθια.
Έφτασε γρήγορα και στο κεφαλόσκαλο κοντοστάθηκε, μα χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει τη γριά καπετάνισσα, χωρίς να πει κουβέντα, για λίγη ώρα το μάτι του το γερακίσιο σάρωνε το πέτρινο πύργο σα να ‘ψαχνε κάτι τις.
Η καπετάνισσα αμίλητη κι αυτή μαρμαρωμένη, άκουγε το δυνατό χτύπο της καρδιάς της νιώθοντας τον αγέρα του ξένου παλικαριού που... Δεν μπορεί έλεγε μέσα της, βόηθα Παναγιά τα λογικά σαλεύουν…

Απότομα ο ξένος μουσαφίρης δρασκελίζει τη βεράντα προς μια μικρή χαμόπορτα  κι ανοίγοντάς τη μπαίνει μέσα, έτσι μόνος και πέρφανος όπως ήρθε.
Η γρια καπετάνισσα δεν ακολούθησε, δε μπορούσε πια, μα έμεινε με ματιά καρφωμένη στην άβυσσο της θάλασσας να παλεύει με την αγωνία της, πασχίζοντας να πείσει την καρδιά πως δε μπορεί όσο κι αν μοιάζει στη θωριά, δε μπορεί, γιατί ο γιός της ο μικρός χάθηκε τότε στο χαλασμό που χάθηκε κι ο καπετάνιος της...
Ξεπρόβαλε ο ναύαρχος και πάλι κοντοστάθηκε δίπλα στη γριά καπετάνισσα χωρίς και πάλι να μιλήσει, χωρίς και πάλι να σηκώσει τη ματιά του πάνω της, όσο κι αν το ‘θελε θαρρείς δε μπόργιε...

Κι έτσι όπως ήρθε το θεριό άρχισε και πάλι να κατηφορίζει πιο βιαστικά τώρα το βράχο, μέχρι που γύρισε στις γαλέρες κι άρχισε να χάνεται στον ορίζοντα.
Ώρα που φάνηκε αιώνας δε μπόρεσε να βγει η κραυγή της μάνας καπετάνισσας που σφράγιζε η περηφάνεια και τότε μόνο κύλησε καυτό το δάκρυ στο λιοψημένο πρόσωπό της νικώντας την περφάνεια της και ήξερε, το ‘νιωθε, πως την ίδια ώρα τώρα αυτός ο τρομερός κι αγέλαστος αγαρηνός θα ‘χε πνιγεί στο κλάμα στην αρμάδα του.
Τούτος ο τρομερός κι ωριόπλουμος ξένος, ο αγαρηνός ναύαρχος ήταν ο γιός της, ο μικρός λεβέντης της που χάθηκε είκοσι χρόνια πριν στο χαλασμό και τη μάχη.

Ρίζα καπετανέικια, που μετέφερε στην τουρκιά τη λεβεντιά και το καπετανιλίκι το μανιάτικο, μα κράταγε τάμα και φυλαχτό να προσκυνήσει τον τόπο που θολά κι αχνά θυμόταν σα μικρό παιδί, σε κείνη την μικρή πορτούλα του πύργου.

Σφούγγισε βιαστικά το δάκρυ η καπετάνισσα πριν να ανέβει η φρουρά και κράτησε σφαλισμένο το μυστικό στα ρωτήματα των παλικαριών της, παρακαλώντας την Παναγιά να μη την φέρει ποτέ σε πόλεμο με τούτη την τουρκιά του στόλου, μα να σώσει  Μεγαλόχαρη να δει τον τρομερό ναύαρχο να ξεπροβάλλει και πάλι στην ακτή χωρίς τούρκικα πλουμιά, ζητώντας το καπετανάτο της γενιάς του...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου