Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Η Ανάπτυξη Δεν είναι Ουτοπία


Η οικονομική ανάπτυξη της χώρας πέραν του γενικότερου οικονομικού περιβάλλοντος εξαρτάται από τρεις παραμέτρους.
Την φορολογική της πολιτική,  τη διάρθρωση του Κράτους, όπως αυτή απεικονίζεται στον στενό δημόσιο τομέα και τη χρηματοπιστωτική πολιτική της.
Η μεν πρώτη είναι εξόχως αρνητική όταν η ιδιωτική πρωτοβουλία στην Ελλάδα φορολογείται σε ποσοστό έως και 52% και η φορολογική πολιτική είναι μεταβαλλόμενη ανά εξάμηνο με αρνητικές επενδυτικά τάσεις.
Η δεύτερη είναι απαγορευτική λόγω της πολυαρμιοδιότητας που αναπαράγει γραφειοκρατία και της πολυδαίδαλης δομής που οδηγεί σε χρονική σπατάλη.
Και η  τρίτη είναι αδύνατη λόγω της αρνητικής συμπεριφοράς του ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος σχετικά με τις χρηματοδοτήσεις επενδύσεων.

Απαιτείται λοιπόν ένα πάγιο φορολογικό σύστημα ανταγωνιστικό στο διεθνές περιβάλλον του, της τάξης του 10% σε επιχειρήσεις αλλά και νομικά ή φυσικά πρόσωπα, χωρίς προσχηματικές εξαιρέσεις.
Αυτό θα είχε σα συνέπεια την αποδοχή του και αντίθετα με τα όσα διατείνονται οι στεγνές και υποβολιμαίες αριθμητικές θεωρίες, την αύξηση των κρατικών εσόδων λόγω της ανακύκλισης της πραγματικής οικονομίας και της αύξησης του ΑΕΠ.
Παράλληλα θα ενέπνεε το απαραίτητο αίσθημα εμπιστοσύνης και δικαίου στα πρόσωπα και τις αγορές.

Στο Κράτος και τις δομές του – όπως αυτές απεικονίζονται σε έκθεση του ΟΟΣΑ – απαιτείται αποδόμηση και καθετοποιημένη επανασύσταση σε σύγχρονη μορφή, που θα συγκεντρώνει πληροφοριακά τις αρμοδιότητες και τις εντολές εφαρμογών, σε έναν μηχανογραφημένο Κυβερνοχώρο άμεσης και ομαλής διακυβέρνησης.
Είναι παρωχημένος βαυκαλισμός το να ισχυριζόμαστε πως είμαστε ευρωπαϊκό Κράτος, όταν αυτό δεν εκφράζεται στην καθημερινότητα του πολίτη μέσα από τα άμεσα και διαυγή αποτελέσματα μιας σειράς αλληλένδετων ηλεκτρονικών υπολογιστών σε όλες τις υπηρεσίες του.
Το κόστος που σπαταλάται από την προσκόλληση στο συντηρητισμό και την παραδοσιακή μέθοδο της γραφειοκρατίας, της τυπολατρίας και της χαρτομανίας είναι ανυπολόγιστο και σίγουρα μεγαλύτερο από την όποια μισθολογική του δαπάνη.
Οι εξορκισμοί για την αποκλειστική δήθεν ευθύνη της τελευταίας, δεν είναι παρά η παρωδία του ίδιου του συστήματος κρατικής διοίκησης.

Στην χρηματοπιστωτική πολιτική, η οποία οφείλει να χρηματοδοτεί κάθε επενδυτική δράση, το κράτος εάν δεν μπορεί να καθορίσει τους κανόνες χρηματοδότησης από τις ιδιωτικές τράπεζες, τότε οφείλει να συστήσει έναν ισχυρό Κρατικό Τραπεζικό Πυλώνα, ο οποίος θα λειτουργεί με σχέση καταθέσεων – χορηγήσεων ίση με ½.
Τα επενδυτικά προγράμματα κάθε μεγέθους οφείλουν να εξαρτώνται από τις μελέτες βιωσιμότητάς τους και όχι από την εισοδηματική κατάσταση του αιτούντος φυσικού προσώπου ή εταιρείας, η οποία συνήθως είναι απαγορευτική ως προς την προσπάθεια βελτίωσής της μέσω φυσικά της ίδιας της στοχευμένης επένδυσης.
Κι αυτό για τον απλούστατο λόγο πως το φυσικό πρόσωπο ή η εταιρεία η οποία έχει οικονομική επάρκεια , δεν θα αναζητήσει την αγορά κεφαλαίων για να επενδύσει.
Δυνάμει επενδυτής είναι αυτός που πρωτίστως επιθυμεί μέσω μιας επένδυσης να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση.
Αυτή η πρακτική θα απελευθέρωνε μονάδες και εταιρικά σχήματα, ώστε να οδηγήσουν σε μια εκρηκτική αύξηση του ΑΕΠ, με άμεση συνέπεια την κατακόρυφη αύξηση των κρατικών εσόδων, την επάρκεια των ασφαλιστικών οργανισμών, την άμεση αναζωπύρωση της πραγματικής οικονομίας, την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ανεργίας και της κοινωνικής ανέχειας και την άμεση και σύγχρονη εκβιομηχάνιση της χώρας.
Μηχανισμοί φερεγγυότητας θα μπορούσαν να είναι τα Επιμελητήρια και οι κάθε είδους επαγγελματικές ενώσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να παρακολουθούν την εκάστοτε επένδυση για τον αντίστοιχο χρόνο της χρηματοδότησής της και να εγγυώνται γι αυτήν, με τη δυνατότητα πρότασης μεταφοράς της σε άλλο φυσικό πρόσωπο ή εταιρεία εάν αποκλίνει των στόχων της μελέτης βιωσιμότητας.

Με τα παραπάνω η περίφημη Ανάπτυξη δεν είναι ουτοπία, αλλά ρεαλιστικός στόχος που μπορεί άμεσα να ξεκινήσει, εάν αποδεχτούμε και εφαρμόσουμε το Αυτονόητο των προϋποθέσεών της. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου