Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

Η ΚΑΜΑΡΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1960

Η  ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ  ΤΗΣ  ΠΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ  ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

ΤΟ  ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ  ΧΩΡΙΑΤΙΚΟ  ΣΠΙΤΙ

Η  οικονομία  μέχρι  τη  δεκαετία  του ‘60  στηρίχτηκε  στην  πρωτογενή  παραγωγή  ( γεωργία - κτηνοτροφία ), με  όλα  τα  χαρακτηριστικά  αυτής  της  μορφής  και  κυρίως  την  αυτάρκεια  του  λιτοδίαιτου  νοικοκυριού.
Το  νοικοκυριό , χαρακτηριστικό  πατριαρχικής  οικογένειας  που  συνήθως  φιλοξενούσε  ένα  ή  και  δύο  ακόμη  νέα  ζευγάρια, μέχρι  η  γειτονιά  ή  οι  συγγενείς  να  τους  χτίσουν  το  καινούργιο  σπίτι.
Τα  σπίτια  πέτρινα  στο  ίδιο  μοντέλο, κτισμένα  κυρίως  από  Λαγκαδινούς  ''μαστόρους'', χωρισμένα  στο  ισόγειο ( κατώι ) όπου  σταυλίζονταν  τα  μεγάλα  ζώα  ( ζα ), άλογα  κλπ. τα  οποία χρησιμοποιούσαν  για  το  όργωμα  του  χωραφιού  και  για  τη  μεταφορά  των  ιδίων  και  των  αγροτικών  τους  προϊόντων  από  και  προς  τα  κτήματα  και  στον  πρώτο  όροφο  όπου  έμενε  η  αγροτική  οικογένεια.
Οι  σκεπές  τους  από  κεραμίδι  που  έκαναν  σε  καμίνια  με  τον  ίδιο  τρόπο  χιλιάδες  χρόνια, ψήνοντας  τον  πηλό  ( κοκκινόχωμα ).
Πολλά  καμίνια  ήταν  στην  περιοχή  ''Ξεροκάμι'', στα  οποία  οφείλει  και  την  ονομασία.
Βασικό στοιχείο  εκείνης  της  κατοικίας το  τζάκι  που  καίγοντας  καυσόξυλα (κούτσουρα) που  ξύλευαν  επιλεκτικά  από  το  δάσος  τριγύρω  ζέσταιναν  την  οικογένεια  αλλά  και  έκαναν  το  φαγητό  της.
Μαγειρικά  σκεύη  η  κατσαρόλα  και  το μαυροτήγανο  που  τοποθετούσαν  στη  σιδεροστιά  τρίποδη  μεταλλική  κατασκευή  που  χρησιμοποιούσαν  από  την  αρχαιότητα  ακόμη.
Άλλο  βασικό  στοιχείο  της  κατοικίας  ήταν  ο  φούρνος  που  οι  νοικοκυρές  έψηναν  το  ψωμί  της  οικογένειας.
Η  κατασκευή  φούρνου  ήταν  ιδιαίτερη  τέχνη  και  απαιτούσε  ειδικούς  μαστόρους.
Ένας  τέτοιος  μάστορας  ήταν  ο  γερο  Κώστας  ο  Χίλιαρχος.
Το  σιτάρι το  άλεθαν στους  Γιαννιώτικους  νερόμυλους  του  Καραμπέλα (Θεοφιλόπουλος)  και  του  Μωρόγιαννη. Ζύμωναν  από  το  βράδυ  το  ψωμί  στο  σκαφίδι  κρατώντας  από  τη  ζύμη  μαγιά  για  την  επόμενη  εβδομάδα, το  ''αναπιάνανε'' το  σκέπαζαν  με  χοντρά  σκεπάσματα  για  να  φουσκώσει  και  το  πρωί  το  έψηναν  στον  φούρνο. 
Το  μπάνιο  της  οικογένειας  γινότανε  με  νερό  που  ζέσταιναν  σε  μεγάλα  καζάνια ( λεβέτια )   και  με  σαπούνι  που  κατασκεύαζαν  οι  νοικοκυρές  σε  λεβέτια  πάλι  και  κομμένο  σε  πλάκες ( χοντρά  κομμάτια ).
Το  σαπούνι  γινότανε  από  λίπη  και  κυρίως από  ‘μούργες’ ( ακαθάριστο  λάδι )  και  σπίρτο ( Κ, Να ) και  αφού  παρασκευαζότανε  το  έκοβαν  σε  πλάκες  και  το  τοποθετούσαν  σε  σανίδα  κρεμασμένη  σε  ‘κόρδα’ υπογείου.
Ο  φωτισμός  γινότανε  με  λυχνάρι  λαδιού  κρεμασμένο  στο  τζάκι  συνήθως  και  με  απαραίτητο  συμπλήρωμα  το  εικόνισμα  της  προστάτιδας  Παναγίας  δείγμα  της  έντονης  θρησκευτικότητας  του  λαού.
Είδη  ρουχισμού  από  δέρμα  ή  μαλλί  ήταν  η  εσάρπα  για  τις  γυναίκες  (δερμάτινη)  και  η  κάπα  (μάλλινο  ύφασμα )  για  τους  άντρες.  Για  τα  παπούτσια  της  εποχής  οι  τσαγκάρηδες  του  χωριού  έφτιαχναν  τα   ''γουρνοτσάρουχα'' και  αργότερα  τις  ρόδες.
Ένας τέτοιος  τσαγκάρης  ήταν  και  ο  Κώστας  ο  Χίλιαρχος. 
Για  το  σκέπασμα  του  κρεβατιού  έκαναν  τις  γιούρτες  και  τις  μπαντανίδες  από  μαλλί  προβάτου  και  τα  σαζίματα  από  γιδίσιο  μαλλί. 
Αφού  λοιπόν  κούρευαν  το  κοπάδι, πήγαιναν  το  μαλλί  στο  ποτάμι, το  έπλεναν  για  να  φύγει  η  ‘σαριά’, ή  και  το  βράζανε, έπειτα  το  απλώνανε  στο  φράχτη  να  στεγνώσει  το  ξένανε  με  το  λανάρι, το  κάνανε  τουλούπες και  το  πέρναγαν  στη  ρόκα, το  στρίβανε  και  το  υφαίνανε  στον  αργαλειό.
Το  σκούπισμα  του  σπιτιού  γινότανε  με  σκούπες  που  έκαναν  από  σκούπα  ειδικό  λινώδες  φυτό  που  έφερναν  έμποροι  από  τη  Μεσσηνία.
Το  πλύσιμο  των  ρούχων  γινότανε  στο  ποτάμι  ή  στο  πηγάδι. 
 
Οι  γυναίκες  της  γειτονιάς  κατά  ομάδες  συνήθως  κάθε  Σάββατο , αφού  έπλεναν  τα  ρούχα  τα  κτύπαγαν  με  τον  κόπανο  και  τα  άπλωναν  στους  φράχτες.
Το  σιδέρωμα  των  ρούχων  γινότανε  με  σίδερο  που  γέμιζαν  με  κάρβουνα.
Τα  μικρά  παιδιά  τέλος  τα  έδεναν με  φασκιές  και  τα  κοίμιζαν  στη  ‘νάκα’.
Η  νάκα  ήταν  είδος δερμάτινης  κούνιας που  την  κρεμούσαν, είτε  την  μετέφεραν  οι  γυναίκες  μαζί  τους  στα  κτήματα και  την  κρεμούσαν  σε  δέντρο. 
Στα  οικιακά  σκεύη  θα  προσθέσουμε  το  ‘ασκί’  και  το  ‘τουλούμι’  που  τα  έκαναν  από  δέρμα  και  έβαζαν  το  κρασί  και  το  τυρί  αντίστοιχα.
Για  το  τουλούμι  διάλεγαν  γερό  δέρμα  το  επεξεργάζονταν  με  αλάτι  το  φούσκωναν  το  χτυπούσαν  και  το  κυλούσαν  για  να  γίνει  σκληρό . 
Η  υδροδότηση  και  η  ηλεκτροδότηση  τις  δεκαετίες  ’60, ’70  άλλαξαν  οριστικά  αυτό  τον  σκληρό  καθημερινό  τρόπο  διαβίωσης.
Αρχικά  ανθούσε  η  κτηνοτροφία  με  5.000  περίπου  γίδια  σε  κοπάδια  που  έβοσκαν  όλες  οι  οικογένειες  στο  γύρω  δάσος  και  στο  βουνό.
Το  γάλα, το  τυρόγαλο, το  κορκοφίνι, η  μυζήθρα  και  το  κρέας  του  κατσικιού  ήταν  βασικά  είδη  διατροφής.
Εκτός  από  αυτό  το  είδος  νομής  σε  ειδικούς  σταύλους  γύρω  από  τα σπίτια  εκτρέφονταν  και άλλα  ζώα, όπως  κότες  σε κοτέτσια  και  γουρούνια  σε  κουμάσια.
Τα  γουρούνια  μάλιστα  σφάζονταν  κατά  τελετουργικό  θα  έλεγε  κανείς  τρόπο  την  παραμονή  των  Χριστουγέννων  σε  όλες  τις  γειτονιές  και  το  χοιρινό  κρέας  γινότανε  ''παστό''  αφού  το  έβραζαν  και  το  κάπνιζαν  σε  μεγάλους  τρίποδες  ανάβοντας  ξύλο  ΄΄κέντρου΄΄  που  έβγαζε  πυκνό  καπνό  με  ειδικό  άρωμα,( σημ. κέντρο = είδος  κέδρου ).
Το  παστό  αλλά  και  μαζί  του  το  χωριάτικο  λουκάνικο  τα  τοποθετούσαν  σε  κιούπια  πήλινα, με  λίπος. 
Απαραίτητο  ακόμη  κατοικίδιο  το  λαγόσκυλο  που  συνόδευε  τον  κυνηγό  στο  κυνήγι  του  λαγού  και  της  αλεπούς  και  ταυτόχρονα  ήταν  ο  φύλακας  του  σπιτιού.
Αλλά  και  οι  γάτες  απαραίτητο  συμπλήρωμα,  με  έδρα  τα  κατώγια  που  είπαμε  παραπάνω, αφοσιωμένες  στο  κυνήγι  των  ποντικών  που  απειλούσαν  την  σοδειά  του  σπιτιού, η  οποία  ήταν  αποθηκευμένη  σε  κασόνια  και  λαδούσες  ( σιτηρά , καλαμπόκι, αλεύρι  και  λάδι ).
Εκτός  από  τα  ζώα  ( κοπάδια  και  κατοικίδια )  και  την  γεωργική  παραγωγή, το  χωριάτικο  τραπέζι  συμπληρωνότανε  και  από  κηπευτικά.
Απαραίτητος  ο  μικρός  κήπος  κοντά  στο  χωριάτικο  σπίτι  με  λάχανα, μαρούλια, αγκινάρες, μαϊντανό, δεντρολίβανο, πιπεριές κλπ. 
 
Το  πηγάδι  της  γειτονιάς  το  χρησιμοποιούσαν  για  το  πότισμά  του.
Υπήρχαν  όμως  παράλληλα  και  τα  ποτιστικά  κτήματα  ή  μποστάνια  ή  βαρκά  από  πολύ  παλιά  στον  κάμπο  για  ντομάτα, μελιτζάνα, μπάμια, καρπούζι ή  πεπόνι.
Τα  καλοκαιρινά  πεπόνια  (σαγρί)  καταναλώνονταν  αμέσως, ενώ  τα  χειμωνιάτικα  τα  κρεμούσαν  με  τα  λουριά  από  τις  κόρδες  των  υπογείων  και  τα  καρπούζια  τα  έβαζαν  στο  άχυρο.
Η  καλλιέργειά  τους  βέβαια  είχε  ατονήσει  μετά  την  απελευθέρωση  αλλά  σιγά - σιγά  αναπτύχθηκε  και  πάλι αφού  έγινε  νέο  αρδευτικό  δίκτυο  με  υδροσυλλογές ( φράγματα ) στα  Γιαννέικα  και  στο  Καμποχώρι.
Μετά  τη  δεκαετία  του  1960  η  γεωργική  παραγωγή  σταδιακά  αυξανόταν  σε  βάρος  της  κτηνοτροφικής  η  οποία  έφθινε  σταδιακά  και  σήμερα  έχει  σχεδόν  εκλείψει. 
Η  γεωργική  παραγωγή  αφορούσε  κυρίως  το  ελαιόλαδο  του  οποίου  η  παραγωγή  έχει  θεαματικά  αυξηθεί  από  τότε,  τα  δημητριακά,  και  τους  ξηρούς  καρπούς  (καρύδια , σύκα).
Tα  δημητριακά  ( σιτάρι, κριθάρι, βρώμη ) τα  θέριζαν  κατά  ομάδες  τον  Θεριστή ( Ιούνιο ), τα  συγκέντρωναν  δεμένα  σε  λημάρια στα  αλώνια  και  τα  αλώνιζαν  τον  Αλωνάρη  ( Ιούλιο ).
Τα  αλώνια  ήταν  με  πέτρινες  πλάκες  και  έναν  στύγερο  ( ξύλινο  πάσσαλο ) στη  μέση.
Τα  ζώα  δεμένα  από  τον  στύγερο  με  σκοινιά  εξαρτημένα  από  το  ''κουμπί'' έκαναν  αντίθετες  περιφορές μειώνοντας  και  αυξάνοντας  τον  κύκλο  πατώντας  και  αλωνίζοντας  τα  δημητριακά.
Το  αλώνισμα  που  προέκυπτε  το  λίχνιζαν  με  τα  ξύλινα  δεκράνια  αποχωρίζοντας  τον  καρπό  από  το  άχυρο.
 
Μια  άλλη  ομαδική  εργασία  ήταν  ο  τρύγος  των  αμπελιών, το  πάτημα  των  σταφυλιών  στους  λινούς  και  η  παραγωγή  του  κρασιού.
Πανάρχαιες  ομαδικές  εργασίες  της  υπαίθρου  που  έμειναν  με  το  απόφθεγμα ''θέρος -  τρύγος - πόλεμος''.
Κλασσική  βέβαια  καθημερινή  απασχόληση  ήταν  και  η  βόσκηση  των  κοπαδιών  στις  τριγύρω  πλαγιές  του  Ταϋγέτου.
Τα  κοπάδια  άλλοτε  μικρότερα,  άλλοτε  μεγαλύτερα  οδηγούνταν  συνήθως  από  το  πιο  μεγαλόσωμο  αρσενικό  στο  οποίο  κρεμούσαν  στον  λαιμό  του  την  ''μπίμπα'', το  μεγαλύτερο  κουδούνι  για  να  ακούγεται  και  να  ξεχωρίζει  με  τον  ξεχωριστό  του  ήχο  οπουδήποτε  στο  δάσος.
Τα  παιδιά  που  συνήθως  κατά  ομάδες  έβοσκαν  τα  κοπάδια, στην  ανάπαυλα  του  μεσημεριού  μετά  το  λιτό  κολατσιό  επιδίδονταν  σε  παιχνίδια  όπως  η  τσοκαρία, ο  γκλίτσικας  και  οι  σιομάδες.
Για  την  τσοκαρία  έβρισκαν  μια  μεγάλη  πέτρα  σταθερή, πάνω  στην  οποία  έβαζαν  ένα  στρογγυλό  λιθάρι  από  τίκλα ή  αγριάκονο  και  πετώντας  σιομάδες  προσπαθούσαν  να  το  γκρεμίσουν.
Για  τον  γκλίτσικα  χρησιμοποιούσαν  πάλι  μια  πέτρα  μεγάλη  και  στρογγυλή  πάνω  στην  οποία  έβαζαν  ένα  ξύλο. Το  κτυπούσαν  από  μακριά  στη  μια  πλευρά  προσπαθώντας  να  το  κάνουν  να  αναπηδήσει  όσο  γινόταν  πιο  μακριά.
Για  τις  σιομάδες  έβαζαν  στον  ντόκα ( πέτρα ) πάνω  σε  ένα  ξύλο  (στο  μπίτσι), πεντάρες  ή  κουμπιά  και  από  απόσταση  έριχναν  στο  μπίτσι την  σιομάδα ( επίπεδη  πέτρα ). Όσα  πέφτανε  πάνω  στη  σιομάδα  τα  κέρδιζε  αυτός  που  έριχνε.
Άλλος  φύλαγε  τον  ντόκα  και  έπαιρνε  όσα  πέφτανε  κάτω.
Τα  καλοκαίρια  τα  παιδιά  συγκεντρώνονταν  σε  μεγάλες  γούρνες  του  ποταμιού ( του  Καρνίωνα ) και  έκαναν  μπάνιο. Τέτοιες  γούρνες  ήταν  του  Καραβίδα, του  Φλούδα  και  του  Κρεμμύδα  η  γούρνα.
Τα  παιχνίδια, οι  φωνές  των  παιδιών  και  ο  ήχος  των  κοπαδιών και  της  φλογέρας συνέθεταν  ένα  ποιμενικό  σκηνικό  στον  δασώδη  Ταΰγετο  που ερχότανε  από  πολύ  μακριά  από  την  εποχή  του  Νόμιου ( βοσκού ) θεού  Πάνα, επαληθεύοντας  με  τον  ίδιο  τον τρόπο  ζωής την  ελληνικότητά  του  τόπου  και  του  κόσμου  του.
Μέχρι  την  δεκαετία  του  1960  που  όλα  άρχιζαν  να  αλλάζουν, η  αγροτική  και  η  κτηνοτροφική  ζωή  είχε  δημιουργήσει  κατά  κάποιο  τρόπο τσιφλικάδες , που  συγκέντρωναν τον  πλούτο  του  χωριού  και  την δύναμη. Αυτοί  ήταν  οι Κανελλαίοι ( Καρατσελαίοι )  και ο  Ηλιόπουλος στην  Καμάρα  και ο Τσώκρης  στο  Καμποχώρι. Η  οικονομική  μετεξέλιξη  όμως  έφερε  και  την  παρακμή  τους.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου