Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Εισαγωγή


Τη καλλίστη 
αιώνια κόρη της γενιάς
την άγνωστη κι ασίγαστη αιτία του έρωτα και του πολέμου 
Σήμερα 
αναζητάμε στη ρίζα του ελληνικού υποσυνείδητου.
Ελευθερία
μεταξύ χάους και αφύσικου 
λαξεύουμε ανίερα τον άρρητο Λόγο σου.
Σ’ έλληνες
στη ρίζα της Δρυός και της Ελιάς 
να περάσει το Μήνυμα
να δώσει Ζωή
-------------------------------------
ποιητική εισαγωγή στη λαϊκή λήθη και τη λαϊκή δόξα κατά το :
'' το λαό μας στεφανώνω...''

Αυτό το λαό τον σημερινό, τον πελαγωμένο, που στη δικιά του τη σημερινή Οδύσσεια ξεβράστηκε ναυαγός, κουρελής κι ασήμαντος ως ''κανένας'' στη δικιά του Ιθάκη που λαίμαργα απειλούν να καταβροχθίσουν ανέντιμοι μνηστήρες.
Σ’ αυτό το σημερινό λαό που μέσα στην ταλαιπωρία, την απόγνωση 
και τα κουρέλια της ζωής, σκύβει ακόμη το βλέμμα.
Σ’ αυτό το λαό ν’ ακουστεί ο ψίθυρος της Παλλάδας πως κάτω απ’ τα κουρέλια του
κρύβει τον ήρωα και βασιλιά τον ξακουστό, που σε λίγο πια θα σηκωθεί 
και θα πάρει το βιoς και το βασίλειό του. 
Αυτός ο λαός ο σημερινός, ο κανένας κι ο καθένας, ο Οδυσσέας κι ο άρχοντας 
κι ο ήρωας ο ξακουστός, είσαι Εσύ ανώνυμε έλληνα.
Είσαι εσύ ο καθημερινός πολίτης κι ο έφεδρος οπλίτης του κάθε αγώνα.
Εσύ που θέλεις και τολμάς κι εντέλει μπορείς να σκεφτείς 
ακολουθώντας το δρόμο των παιδεμένων.
Σ’ αυτό το δρόμο λάκωνα των καιρών θα χαράξεις ξανά σε βράχο ριζιμιό 
τις αρχές της λιογέννητης γενιάς σου. 

Άρνηση.
Το πρώτο χρέος της περιπλάνησης, το δικό σου το χρέος.
Άμαρτία λένε -θολά κι απροσδιόριστα για το μέγεθος της ανοησίας του όρου- 
οι μάκαρες κι οι οκνοί, μα σύ Να είσαι αρνητής.
Ν’ αρνιέσαι εξαρχής τα φαινόμενα και τα λεγόμενα ακόμη και του εαυτού σου, 
μέχρι ν’ ανταμωθούν τ’ αντίθετα και κει στην τομή τους ν’ αναγνωρίσεις όσο δεις 
κι όσο μπορείς την Αλήθεια. 
Σ’ αυτό το δρόμο της γνώσης δεν υπάρχουν δάσκαλοι και μαθητές.
Γι αυτόν εδώ τον ιερό τόπο που ανά καιρούς χειμάζεται από ύβρη 
δεν υπάρχουν ηγέτες και σωτήρες.
Εσύ ‘σαι ο δάσκαλος κι ο μαθητής της δικιάς σου προσωπικότητας.
Εσύ ο Κανένας μα κι ο Καθένας, Εσύ 'σαι ο ηγέτης κι ο σωτήρας του Τόπου.
Εσύ είσαι τα πάντα, εσύ ξαναγεννιέσαι όταν κατανοήσεις πως είσαι τα πάντα.
Εσύ θα κατανοήσεις πως είσαι τα πάντα, όταν αντικρίσεις την αλήθεια. 
Λέγοντας Όχι. 
Όχι στη σύγχυση, στη θολή εθνική ταυτότητα που ακόμη αναζητάμε, 
στην απόγνωση μιας πολύβουης συκοφαντικής ενοχής, στον αναποτελεσματικό προσδιορισμό του καινούργιου εχθρού των καιρών.
Ας απαιτήσουμε Σιγή.
Κι εκεί στην πότνια Σιγή ανακαλώντας τη συλλογική μνήμη και την εθνική ανάμνηση, 
ας συλλογιστούμε ψύχραιμα την αληθινή εθνική μας ταυτότητα ακολουθώντας μόνοι μας
τ’ αχνάρια της ιστορίας σε μονοπάτια φωτιάς κι απαιτώντας πλέον 
να σιγάσει το Ψέμα των ειδικών, των δασκάλων και των σωτήρων μας.
Οι έλληνες που διάβηκαν αυτό τον ιερό τόπο των θεών και των ηρώων, 
δεν ήταν όπως μας έμαθαν, δεν ήταν όπως μας κατάντησαν.
Οι συνώνυμοι του σκεπτόμενου κι επαναστατημένου ανθρώπου, 
ήτανε προϊστορικοί αιώνιοι ταξιδευτές σε καιρούς και πελάγη 
γιατί δεν βολεύονταν σε όρια, 
ήταν επίμονα σκιρτήματα ζωής στα χαοτικά ερωτοπαίγνια της μάνας Φύσης 
απαιτώντας την επιβίωση και τη ζωή από θεούς κι ανθρώπους, 
σπινθήρες στο σκοτάδι της ανθρώπινης πολιτισμικής αφάνειας 
που βάλανε φωτιά και φώτισαν την οικουμένη, 
αλύτρωτα ερωτευμένοι νοσταλγοί και αναζητητές 
μιας Ιθάκης που άφησαν χωρίς αιτία.

Άχρονοι Κρόνιοι και τραγουδισμένοι Διογενείς και λιογέννητοι και ηλιολάτρες. 
Λυκωρείς και λύκαιοι των οποίων η επίκληση στο ζωηφόρο ήλιο να μη δύσει για να μην πάψει η ζωή, είναι και μέχρι σήμερα το άγνωστο αλφάβητό τους.
Σπαρτοί στρατοί και προσέληνοι αρκάδες σε άρκα του Δία ανθρωποκοιτίδα 
και πελ-αργοί σε άργος φορωνικό και δωριείς ηρακλείδες και μακεδνοί 
κι αιγαιοκρήτες και αιολείς και ίωνες και αχαιοί. 
Οι πολυώνυμοι γιοί του αιγαίου πελάγους οι πελασγοί, οι έλληνες.
Νόες αιθεροένδυτοι, ναίοντες στο λευκό και το γαλάζιο της ζωής 
και του κυματόμορφου αρμονικού κάλλους, 
ανήσυχοι ναυαγοί θυμικού έως το ατέρμονο άπειρο του εκδηλωμένου γίγνεσθαι.
Όμ-μα Ζωής διαιρετής και ζευγνυόμενης κύκλω, σε ομφαλό γης και ουρανού 
ομνυόμενο δελφήν κοινή και μήτρα, εαρινό φως καθαρό, 
αχτίδα παιγνιόπτωτη στο γαλαξία 
δήλωνε με παρρησία στα άρρητα ο τελευταίος ιεροφάντης.
Αιώνιος παις, παιδί αιώνιο, έλληνας, γιός του φωτός και φορέας του, 
φωτόνιο ζωηφόρο και καταστροφικό συνάμα, όμορφο κι ατίθασο θάμα, ανεξήγητο.
''Κορυφαίο'' πυρ-αμιδικό θάμα που δεν το σωπαίνουν ανθρώποι και καιροί.
Πώς να σωπάσεις άλλωστε την ομορφιά και
πως ν’ αδιαφορήσεις στην απειλή της? 
Πώς να τολμήσεις εσύ ο κανένας κι ο καθένας, πώς να τολμήσεις άπραγος 
και ν’ αντέξεις άπραγος να νιώσεις έλληνας σήμερα?
Πώς να μερέψεις τη φωνή της συνείδησης που ψιθυρίζει ακατάπαυστα 
για τη γενιά από φως και για τους γιους που ξεχύθηκαν στα πελάγη της ανθρωπότητας 
για να ορίσουνε τον άνθρωπο και να οριστούν μαζί του ατενίζοντας το ανέσπερο Φως?
Πώς να παλέψεις τη μέγιστη Ύβρη του αφύσικου και του μελαγχολικού 
και να γητέψεις με έρωτα και μουσική που κρύβουν μέσα τους θεό στ’ ανθρώπινα, ανθρώπινες ψυχές που δε σκίρτησαν στο φως και διαβαίνουν αθρόα παγωμένες 
από ζωή κίβδηλη στο πρότερο ψύχος του τίποτα?
Πώς να φωνάξεις την αλήθεια για τη ζωή και ν’ ακουστεί στις καρδιές των ανθρώπων?
Πώς να καλέσεις σε τόπο θεών κι ηρώων ιερό τη μούσα της τη λευτεριά 
και ξανατραγουδώντας τη ο ποιητής της γενιάς 
να τη θρονιάσει φύλακα και ξόρκι ελληνικό κι αθάνατο?
Πώς να διώξεις τη Νύχτα που έφεραν οι οκνοί κι οι χαμέρποντες 
και να μιλήσεις για τη Μέρα που άργησε να ‘ρθει?
Πώς να 'τοιμάσεις τους όμορφους και παράξενους φίλους απ’ άκρου σ΄ άκρο της γης 
να υποδεχτούν ματωμένοι μα ξαρμάτωτοι πια το λυκόφως της νέας αυγής?
Πώς να σταλάξεις δροσοσταλίδα νάμα ελληνικό και θεϊκό κι αθάνατο στη σκέψη τους και να ξυπνήσεις και να θρέψεις και να θεριέψεις την Ελπίδα? 

Θέληση.
Το δεύτερο χρέος του έλληνα ανθρώπου.
Να θέλεις να φτιάξεις Τάξη στο άμορφο χάος και να του δώσεις μορφή 
γεμάτη αρμονία και ομορφιά.
Να θέλεις και τότε θα μπορείς τουλάχιστον να σημαίνεις το άγαλμα 
κι αν δεν το φτιάξεις εσύ ο ίδιος, θα το τελειώσουν αυτοί που σ΄ άκουσαν
κι αγρίκησαν τη μορφή του. 
Η θέλησή σου θα ‘χει σμιλέψει το δικό της κομμάτι, 
όπως χιλιάδες άλλοι καιρούς θελήσανε και μπορέσανε και σμιλέψανε αγάλματα 
κι αυτοί και για σένα και μέσα από εσένα.
Να θέλεις και να μπορείς να σμιλέψει ο έλληνας άνθρωπος ολάκερης της ανθρωπότητας σύγχρονα αγάλματα μέσα από εσένα.
Πιότερο νέα και πιο όμορφα και πιο φωτεινά.
Τότε θα πάψεις ν’ ακούς και να μιλάς για τα περασμένα, 
θα εξιλεωθείς για τη βαριά κληρονομιά και το χρέος που σ’ άφησαν, 
θα εξαϋλωθείς, θα γίνεις πιότερο φως,
θα φτάσεις πιο κοντά στο μακρινό εκείνο τόπο της Ιθάκης απ’ όπου ξεκίνησες 
να πλανηθείς και να πλανήσεις το χάος της ύπαρξής σου. 

Να πολεμάς.
Το τρίτο χρέος του λάκωνα, του πελασγού και του έλληνα, 
του διγενή που ψάχνει τα ματωμένα χνάρια της γενιάς του.
Να πολεμάς και να μεθέχεις στον όλεθρο καθημερινά απ’ τη μικρή προσωπική σου ζωή 
και τη γειτονιά, μέχρι τους οχτρούς της πόλης και της ανθρωπότητας.
Να πολεμάς γιατί πόλεμος αδιάκοπος είναι η ζωή, 
να πολεμάς και ν’ αρνιέσαι ακόμη τη ζωή για ν’ ανοίγεις δρόμους ζωής 
σε όσους έρχονται πλάι και ξοπίσω σου.
Να πολεμάς για να ‘γρικάς τη ζωή, γιατί έξω απ’ αυτή ο αναπαμός είναι θάνατος 
κι ας θαρρούν άλλα οι οκνοί κι οι χαμέρποντες προσκυνητάδες.
Μη ζηλέψεις ποτέ την νεκρόφαινη απόγνωση της ανίας τους. 
Να πολεμάς και να βαφτίζεις τη ζωή ορκισμένη σε θάνατο για να μπορείς 
να την αναγεννάς και να την χαίρεσαι στα άκρα της τ’ ανθρώπινα και τα θεϊκά.
Να πολεμάς και ν’ αγωνίζεσαι για ν’ αλλάζεις τους τόπους, τους καιρούς 
και τους τρόπους στ΄ ανθρώπινα πασχίζοντας για το καλύτερο.
Να πολεμάς για να κρατιέσαι φορές πάνω από το ένστικτο και τη λογική του πλήθους, 
στο θυμικό και το συναίσθημα που θα τρέφεις με αμβροσία και νέκταρ.
Λεύτερος πέρα και πάνω απ’ τη μικρή φυλακή του Εγώ. 
Κι όταν νιώσεις πως είσαι κι εσύ κομμάτι μικρό του ενός ανθρώπου 
και της μιας φύσης τριγύρω, τότε θα νοιάζεσαι πιότερο 
και θα θες να τον θαμάζεις κι εσύ το μεγάλο Εαυτό 
πλουμισμένο κι αρχοντικό, γαληνεμένο και λεύτερο.
Γιατί ‘ ναι κόσμημα ο κόσμος λέγανε και για να το δεις 
και να το διαβείς στην απεραντοσύνη του πρέπει να βουτήξεις κβαντικά 
στο σημείο μηδέν του εαυτού σου.
Να χαθείς στα τρίσβαθα του εαυτού για να γνωρίσεις τον εαυτό σου και τον κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου