Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ και ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

 

Η  παράδοση  αφθονεί  και  εδώ  όπως  σε  όλη  την  Ελλάδα  άλλωστε, αλλά  η  διάσωση  και  η  μελέτη  της  αποτελούν  συχνά πηγή  για  ιστορικά  και  άλλα  συμπεράσματα.
α) κεφαλάρι  του  Άμπουλα - κεφαλάρι  Βαρκού, δύο  τοποθεσίες  που  διατηρούν  την  ονομασία  τους  από  κεφαλάρια  που  υπήρχαν  παλιά  και  χάθηκαν ( προφανώς  άλλαξε  ροή  το  νερό  τους, από  διάβρωση  του  εδάφους  ή  σεισμό ).
Άμπουλας  είναι  τούρκικη  λέξη  και  σημαίνει  το  πολύ  νερό  και  Βαρκός το  βαρυκό ( βαρύ ) ελώδες  και  υγρό  έδαφος.
β) Λουτσόρεμα ή  Λούτση  ρέμα, ο  σημερινός  χείμαρρος  ήταν  ένα  μικρό  χαντάκι  και  η  σημερινή  μεγάλη  κοίτη  του  ήταν  κτήματα, αμπέλια  και  σπίτια ( του  Νικολάρου, του  Μπάκου,  του  Ψόφιου ) τα  περισσότερα  από  τα  οποία  καταστράφηκαν  μετά  από  πλημμύρα  που  τα  παρέσυρε  και  επέκτεινε  την  κοίτη  στις  σημερινές  της  διαστάσεις  γύρω  στο  1900  περίπου.
γ) Λαγκάδες  - Νησάρια , περιοχή  του  παλιομανάστηρου  με  εξωκλήσι  του  Αγ. Σωτήρος  και  μια  τεράστια  βελανιδιά  στη  σκιά  της  οποίας ‘’ χώραγαν  δέκα  στάνες ‘’( στάνη = κοπάδι ), όπως  αφηγούνται  οι  παλαιότεροι.
δ) Τσιπουρόγουβες - τοποθεσία  που  πήρε  το  όνομα  από  τα  πατημένα  σταφύλια  που  έβαζαν  σε  λάκκους  για  να  ‘’βράσουν ‘’ και  να  φτιάξουν  τσίπουρο.
ε) Ρουσαλί - τοποθεσία  όπου  και  σήμερα  είναι  ο  παλιός  ναός  του  Αγ. Σωτήρος,(προφανώς  Χριστού  Σωτήρος, όπως  συνήθιζαν  να  ονομάζουν  τις  πρώτες  εκκλησίες  μετά  την  απελευθέρωση ).
Εδώ  υπάρχουν  δυο  εκδοχές για  την  ονομασία, η  πρώτη  ότι  προέρχεται  από  το  όνομα  τούρκου  Αγά  που  έδρευε  στην  περιοχή  και  η  δεύτερη - μάλλον  πιο  προσιτή - από  την  σέρβικη  αντίστοιχη  λέξη  που  σημαίνει  κατοικημένος  τόπος ( από  τον  4ο - 13ο αι. ).
Όπως  είδαμε  στην  αρχή  του  βιβλίου  το  σλαυόφωνο  στοιχείο  του  Ακόβου ( Άκοβα = ο  τόπος  με  τα  νερά ) είχε  περιοχές  εκμετάλλευσης  μέχρι  και  την  κοιλάδα  της  Καμάρας.


Το  στοιχειό  στο  καλιγωμένο  αλώνι

Όπως  το  αφηγείται  ο  γερο  Σωφρονάς  γεννηθείς  το  1904  και  όπως  το  έμαθε  από  τον  παππού  του :
‘’  Στη  θέση  Σκυλόγουρνα  στον  Ταΰγετο  ήταν  το  Καλιγωμένο  Αλώνι.
Το  έλεγαν  έτσι επειδή  η  πέτρα  του  ήταν  εκλεκτή  και  καλοτοποθετημένη.
Δίπλα  του  υπήρχε  εκκλησία  της  Αναλήψεως , που  έπαψε  να  λειτουργεί  όταν  στη  διάρκεια  ενός  πανηγυριού  κατέβηκε  ένα  σύννεφο  και  πήρε  μια  νέα  κοπέλα  που  χόρευε.
Την  κοπέλα  την  είδε  ένας  τσοπάνης  στην  Καστανιά (Καστόρι ) στην  τρούπα  και  το  ανάφερε  στον  πατέρα  της  που  την  έψαχνε.
Αυτός  πηγαίνοντας εκεί  στην  τρούπα  την  ρώτησε  τι  κάνει  εκεί  και  αυτή  του  απάντησε  ότι  την  πήρε  το  στοιχειό  και  την  έκανε  γυναίκα  του.
Ακούστηκε  θόρυβος  και  η  κόρη  έκρυψε  τον  πατέρα  της  στην  σπηλιά.
Μπαίνοντας  το  στοιχειό  μυρίστηκε  ανθρώπινο  κρέας  και  ρώτησε  την  κόρη.
-          μπα  θα  έφαγες  έξω  που  γυρίζεις  κανέναν  άνθρωπο  καημένε  και  σου  μυρίζει, απαντά  η  κόρη
-          όχι  - επέμενε  το  στοιχειό - μου  μυρίζει  ανθρώπινο  κρέας  δω  μέσα
-          αν  ερχόταν  ο  πεθερός  σου  θα  τον  έτρωγες ;, ρωτά με  αγωνία  η  κόρη
-          αυτόν  όχι - απαντά  το  στοιχειό  και  ο  πατέρας  της  αποκαλύπτεται
-          τι  δώρο  να  σου  κάνω  για  το  γάμο ; , ρωτά  ο  πεθερός 
-          θα  σου  πω , απαντά  το  στοιχειό . Στη  Λίμνα  στα  γουβιά  κάθε  σούρουπο  παλεύω  με  ένα  άλλο  στοιχειό  και  δεν  μπορεί  να  νικήσει  κανείς.
      Kάθε  μέρα  όμως  το  ένα  στοιχειό  γίνεται  μαύρο  και  το  άλλο  λιάρο.
Τη  Δευτέρα  που θα  είμαι  εγώ  το  μαύρο  θα ‘ρθεις  και  αφού  θα  έχεις  κάνει  δύο  σωρούς , έναν  με  κρέατα  και  έναν  με  λιθάρια , θα  πετάς σε   μένα  τα  κρέατα  και  στο  λιάρο  στοιχειό  τα  λιθάρια  και  έτσι  θα  το  νικήσω.
Πράγματι  τη  Δευτέρα  ήταν  εκεί  ο  πατέρας  της  κόρης  με  δύο  σωρούς  κρέατα και  λιθάρια.
Όταν  όμως  άρχισαν  να  παλεύουν  τα στοιχειά  πέταγε  στον  γαμπρό  του  τα  λιθάρια  και  στο  ξένο  στοιχειό  τα  κρέατα , με  αποτέλεσμα  αυτό  να  σκοτώσει  το  στοιχειό - γαμπρό  του  γέροντα  και  έτσι  να  ελευθερώσει  την  κόρη.
Η κόρη  όμως που  ήταν  έγκυος  γέννησε  ένα  όμορφο  αγόρι  που  όταν  άρχισε να  μεγαλώνει  χανότανε  για  ώρες.
Ο  παππούς  του  παρακολουθώντας  το ,το  βρήκε  να  πηγαίνει  στο  καλιγωμένο  αλώνι  στη  Σκυλόγουρνα  και  εκεί  στη  μέση  στον  στύγερο  να  γίνεται  μαύρο  φίδι  και  να  κουλουριάζεται  πάνω  του.
Ο  γέροντας  δεν  είπε  τίποτα.
Κάποιος  Καμαραίος  όμως  που  έβλεπε  συχνά  το  αγόρι  στο  καλιγωμένο  αλώνι , το  ρώτησε  τι  κάνει  εκεί  και  αυτό  του  απάντησε  ότι  περιμένει  να  γεμίσει  το  αλώνι  γεννήματα (σιτάρι).
-          Δε  γεμίζει  ποτέ  παιδί  μου ,του  είπε  ο  Καμαραίος
-          Θα  γεμίσει , απάντησε  ο  νέος
Πράγματι  σαν  έγινε  είκοσι  χρονώ  το  αλώνι  γέμισε  και  ο  γέροντας  που  το  παρακολουθούσε  και  ήξερε  το  μοιραίο  βγήκε  και  τον  ρώτησε  τι  σημαίνει  αυτό.
-          ότι  ήρθε  η  ώρα  να  παλαίψουμε  και  να  σε  σκοτώσω , απάντησε  ο  νεαρός  και  αμέσως  έγινε  μαύρο  φίδι  και  σκότωσε  τον  γέροντα  παίρνοντας  εκδίκηση  για  το  στοιχειό - πατέρα  του  στα  Γουβιά  της  Λίμνας .
Η  μάνα  του  όμως  που  το  έμαθε  πικράθηκε  πολύ  και  για  να  την  ησυχάσει  της  έκανε  δώρο  μια  βρύση  νερό, που  από  τότε  τρέχει  δυτικά  του  κάστρου  στην  Πάνω  Καμάρα.
Στη  λίμνα  στα  γουβιά  και  σήμερα  είναι  οι  δύο  γούβες  που  πάλευαν  τα  στοιχειά , καταμεσίς  στη  λάκα   και εκεί  δεν  φυτρώνει  τίποτα.


Στους  σαράντα  κλέφτες ( αφήγηση )

Στους  ‘’σαράντα  κλέφτες’’  πίσω  από  του  Λυκομά ( πάνω  από  τη  μονή  Αμπελακίου ), στις  τρούπες, λένε  ότι πήγαιναν  οι  σαράντα  κλέφτες  τα  σφαχτά  και  τα  πράματα  που  παίρνανε  από  τους  Τούρκους..
-          πόσο  παλιά  το  λένε  γέροντα ;
-          από  αμνημονεύτων  χρόνων  παιδί  μου..

η  καμάρα ( αφήγηση )

Στου  Χλιού  τη  λότζα ,( περίπου  στη  σημερινή  γέφυρα  προς  Τσουρούμι  και  αριστερά ) ήταν  γεφύρι  με  κορμούς  δέντρων  που  κάνανε  καμάρα  και  στις  δυο  πλευρές  του  στο  ποτάμι  είχε  πέτρινο  τοίχο.
Από  το  γεφύρι  αυτό  περνάγανε αυτοί  που  ερχότανε  από  το  Λοντάρι ( προς  την  πάνω  Καμάρα  γιατί  οι  Ακοβίτες  συνεχίζανε  δεξιά  προς  Γούπατα) και το  γεφύρι  το  λέγανε  καμάρα.
Έτσι  όταν  τους  ρωτάγανε  που  πάτε, λέγανε  πάμε  στην  καμάρα  και  από  αυτό  πήρε  το  χωριό  το  όνομα  Καμάρα.


Σουλαιμάνι

..παλιά  την  Ποταμιά  την  λέγανε  Σουλαιμάνι..( Τουρκοκρατία )

Παραδοσιακός  γάμος  στην  Καμάρα

( Όπως  τον  περιγράφει  σε  σημειώσεις  του  ο  Τάκης  Γεωργακόπουλος )
Ο  γάμος  συνήθως  γινότανε  με  προξενιό. Ο  προξενητής  ή  η  προξενήτρα  ήταν αυτός  που  μετέφερε  την  πρόταση  στις  δυο  οικογένειες,  αφού  πρώτα  μελετούσε  τα  δεδομένα :  τον  χαρακτήρα  ή  τη  χάρη  του  γαμπρού  ή  της  νύφης,  τα  περιουσιακά  στοιχεία  κ.λ.π.  και  αμειβόταν  αν  έφτανε  σε  συμφωνία.  Αν  λοιπόν  κατέληγε  σε  συμφωνία  συναντιόταν  οι  μέλλοντες  συμπέθεροι  και  συζητούσαν  την  προίκα  και  μόλις  συμφωνούσαν  όριζαν  την  ημέρα  του  γάμου.  Η  νύφη  συνοδευόταν  από  προίκα,  χρήματα,  ρουχισμό,  σκεύη,  κτήματα,  ζώα  κ.λ.π.
Ο  γάμος  γινόταν  ημέρα  Κυριακή  έτους  που  δεν  ήταν  δίσεκτο  ή  αποφεύγονταν  δύο  γάμοι  το  ίδιο  έτος  στην  ίδια  οικογένεια  προληπτικά,  γιατί  ο  ένας  θα  ατυχούσε.
Την  εβδομάδα  προ  του  γάμου  (τυφλοβδομάδα)  γίνονταν  κάποιες  προετοιμασίες.  Τα  νυφικά  στέφανα  άλλαζε  ο  νουνός  του  γαμπρού  (κουμπάρος)  ο  ποίος  χάριζε  στη  νύφη  πήχες  φόρεμα,  τα  στέφανα  και  τα  κεριά  του  γάμου.  Την  Πέμπτη  το  πρωί  ζύμωναν  τα  ψωμιά  τρία  κορίτσια  από  τη  συγγένεια  του  γαμπρού  που  είχαν  και  τους  δύο  γονείς  τους.  Την  ίδια  ημέρα  γίνονταν  τα  καλέσματα.  Την  Παρασκευή  έβγαζαν  την  προίκα  της  νύφης  και  την  κρεμούσαν  στα  μπαλκόνια  για  να  την  δουν  τα  κορίτσια  του  χωριού.  Το  Σάββατο οι  συμπέθεροι,  οι  συγγενείς  του  γαμπρού,  πήγαιναν  να  πάρουν  τα  προικιά.  Εμπρός  πήγαιναν  τρία  παιδιά  με  κάνιστρα  που  είχαν  κουφέτα,  τρία  μπουκάλια  κρασί,  το  φόρεμα  της  νύφης  και  δώρα  για  την  οικογένεια  της.  Μόλις  έφταναν  στο  σπίτι  της  νύφης  χόρευαν  και  έβαζαν  τη  νύφη  να  χορέψει  (για  να  δουν  πόσο  καλά  χόρευε).
Έστρωναν  τρία  ρούχα  κάτω  στο  πάτωμα  και  έβαζαν  τρία  παιδιά  μέχρι  δέκα  ετών  και  τα  σήκωναν  ψηλά  τρεις  φορές  λέγοντας : ‘’άξια,  καλορίζικα,  να  ζήσουν  σαν  τα  ψηλά  βουνά ‘’.  Οι  συγγενείς  της  νύφης  έριχναν  κουφέτα  τα  οποία  μοιράζονταν  τα  τρία  παιδιά.  Κατόπιν  φορτώνουν  τα  προικιά  σε  ζώα,  ενώ  η  νύφη  βάζει  στο  των  συμπεθέρων  μεταξωτά  μαντίλια  (μισίνες).
Μόλις  έφευγαν  τα  προικιά  από  το  σπίτι  της  νύφης  έριχναν  πυροβολισμούς.
Το  Σάββατο  το  βράδυ  στο  σπίτι  του  γαμπρού  χορεύουν.  Ο  γαμπρός  κάνει  τραπέζι  σε  όλους  τους  καλεσμένους  και  ξενυχτά  με  τραγούδια  και  χορούς.  Το  ίδιο  γίνεται  και  στο  σπίτι  της  νύφης.  Το  Σάββατο  το  απόγευμα  οι  συγγενείς  του  γαμπρού  πήγαιναν  στη  βρύση  να  φέρουν  νερό  να  λούσουν  το  γαμπρό. 
Την  Κυριακή  το  πρωί  πηγαίνει  κάθε  καλεσμένος  στο  γάμο  με  τα  κανίσκια  τους  (κρέας,  ψωμί,  κρασί).  Τον  κουμπάρο  που  θα  στεφανώσει  το  ζευγάρι  τον  καλούν  από  την  Παρασκευή  με  σφαχτό  και  με  γλυκά.
Την  Κυριακή  το  πρωί  στο  σπίτι  του  γαμπρού  και  της  νύφης  αρχίζουν
χορούς  και  τραγούδια.  Ο  μπραζέρης  - με  το  κρεμαστό  σακούλι  στον  ώμο -  «ποδένει»  τη  νύφη  αφού  πρώτα  της  φορέσει  την  κάλτσα.  Η  νύφη  βάζει  στο  πέτο  του  μπραζέρη  μεταξωτό  μαντήλι.  Ο  μπραζέρης  είναι  ο  επικεφαλής  της  ακολουθίας  που  ξεκινά  για  την  εκκλησία,  ακολουθεί  η  νύφη  με  τους  συγγενείς  της  και  μετά  η  ακολουθία  του  γαμπρού  με  τους  συγγενείς  του  και  τον  κουμπάρο.  Όταν  ξεκινούσε  η  νύφη  τραγουδούσαν :
« Νύφη  καλό  σου  κίνημα,  καλό  σου  κατευόδιο,
εκεί  στον  τόπο  που  θα  πας  και  στου  γαμπρού  το  σπίτι,
σαν  κυπαρίσσι  να  σταθείς  σα  δέντρο  να  ριζώσεις ».
Κατά  την  ώρα  της  τελετής  η  νύφη  πατά  το  γαμπρό  στο  πόδι  για  να  πάρει  «το  πάνω  χέρι»  και  κατά  την  ακολουθία  του  Ησαΐα΄ οι  καλεσμένοι  ραίνουν  το  ζευγάρι  με  ρύζι  και  άνθη.  Όταν  τελειώσει  το  μυστήριο  ασπάζονται  όλοι  τα  στέφανα  και  εύχονται  στους  νεόνυμφους  «να  ζήσουν  σαν  τα  ψηλά  βουνά» .
Έξω  από  την  εκκλησία  η  νύφη  και  ο  γαμπρός  σέρνουν  πρώτοι  το  χορό  και  ακολουθεί  το  γλέντι,  με  ανάλογα  τραγούδια :
« Ποιος  ήταν  ο  προξενητής  που  μάσησε  κανέλλα
και  ταίριαξε  τέτοιον  αϊτό  με  τέτοια  περιστέρα,
κουμπάρε  που  στεφάνωσες  τα  δύο  κυπαρίσσια
να  σ’  αξιώσει  ο  Θεός  να  ‘σαι  και  στα  βαφτίσια».
Όλοι  καταλήγουν  στο  σπίτι  του  γαμπρού  όπου  συνεχίζεται  το  γλέντι  μέχρι  αργά  το  βράδυ.  Τη  Δευτέρα  γίνονται  τα  «πιστρόφια»,  γαμπρός,  νύφη  και  οι  συγγενείς  του  γαμπρού  στου  πεθερού  το  σπίτι  στήνουν  άλλο  γλέντι.  Μετά  από  δεκαπέντε  μέρες  οι  νεόνυμφοι  εκκλησιάζονται.
Η  τελευταία  κηδεία  στην  Πάνω  Καμάρα
αφηγείται  ο  Γιάννης  Σιαντίκος
Το  1908  ο  τελευταίος  Καμαραίος  που  θάφτηκε  στο  νεκροταφείο  του  Αη-Γιώργη  στην  Πάνω  Καμάρα  ήταν  ο  Αποστόλης  Ζερίτης ( σε  ηλικία 90  περίπου  ετών ).
Η  πομπή  ξεκίνησε  να  ανηφορίζει  από  τα  Ζερτέικα  και  ο  δεσπότης  που  είχε  κληθεί  στην  κηδεία  και  άργησε, φτάνοντας  στον  κάμπο  και  βλέποντας  την  μεγάλη  πομπή  που  ανέβαινε  είπε :΄΄ τυχερός  και  μεγάλος  ο  πεθαμένος .. για  να  τον  κουβαλάει  όλο  το  χωριό  στον  ανήφορο..΄΄ 
Οι  Σιεντίκοι  ή  Σιαντίκοι
Οι  Σιαντίκοι  που  ήρθαν  από  την  Μουσουνίτσα  Λαμίας  ήταν  τρεις  και υπηρετούσαν  τα  άρματα  στον  Πλαπούτα.
Ο  Πλαπούτας  και  ο  Νικηταράς  για  μεγάλα  διαστήματα  στη  διάρκεια  του  Αγώνα  υπηρετούσαν  στην  Ρούμελη (Στερεά  Ελλάδα ).
Κατόπιν  διένεξης  οι  τρεις  Σιαντίκοι ήρθαν  στην  Καμάρα  και  διατηρούσαν  στανοτόπι  στο  Αμπελάκι  μέχρι  και  μετά  την  απελευθέρωση.
Ένας  απ’ αυτούς  όπως  είδαμε  ήταν  ένας  από  τους  επτά  οπλαρχηγούς  υπό  τον  καπετάνιο  Μπούρα  στα  χρόνια  του  Αγώνα.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου