Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Το ιστορικό διάγραμμα της αρχαίας Αίγυος

Η  Αίγυς ( και  η  Αιγύτιδα  χώρα ), στην  ιστορική  της  διαδρομή  σκιάζεται  από  τους  ισχυρούς  γείτονές  της Σπάρτη  και  Μεγαλόπολη  και  όντας  στο  μεταίχμιο  των  δύο  αντιπάλων , παρασύρεται  στα  δικά  τους  δρώμενα,  άλλοτε  ως  περϊοικίδα  της  Σπάρτης  και  άλλοτε  ως  ελεύθερη  πόλη  συμμετέχουσα  στο  ''κοινό  των  Αρκάδων''.
Ηταν  υπό  τη  συνεχή  απειλή  της  Σπάρτης,  η  οποία  στην  πρώτη  της  επιχείρηση  κατά  της  Αρκαδίας  με  τον  βασιλιά  της  Χαρίλαο, ηττήθηκε  στη  μάχη  της  Τεγέας.
Ο Α' Μεσσηνιακός  πόλεμος (735-715π.Χ.) και  ο Β' Μεσσηνιακός πόλεμος (669-650π.Χ.) φέρουν  την  Αιγύτιδα  χώρα  υπό  τη   κυριαρχία  των  Σπαρτιατών, όπως  και  το  μεγαλύτερο  τμήμα  της  Αρκαδίας  και  όλη  τη  Μεσσηνία.
Η  κυριαρχία  της  Σπάρτης  ενοχλείται  μόνο  από  την  μορφή  της  εποχής, τον  Αριστομένη  των  Μεσσηνίων  κατά  τον  β΄ μεσσηνιακό  πόλεμο  που  προδομένος  από  τον  Αρκάδα  βασιλιά  Αριστοκράτη  στην  μάχη  της  Μεγάλης  Τάφρου  της  Ανδανίας  κατά  των  Σπαρτιατών, απεγκλωβίζει  τον  στρατό  του  και καταφεύγει  στην  ορεινή  Είρα ( Νόμια όρη), για  11  χρόνια ,συνεχίζοντας  την  αντίσταση  στους  εισβολείς.
Οι  Αρκαδικές  πόλεις  με  προτροπή  της  Γερουσίας ,τμηματικά  εξεγείρονται  κατά  της  βασιλείας  και  συμπράττουν  με  τον  Αριστομένη, κάνοντας  έτσι  τη  μεγάλη  στροφή  προς  τη  Δημοκρατία.
Η  απέχθεια  προς  τους  Αρκάδες  βασιλείς,  οδηγεί  γρήγορα  σε  οριστική  κατάργηση  της  βασιλείας   και  ενίσχυση  της  Αμφικτυονίας  που  αναβαθμίζεται  και  ενισχύεται.
Στην  αρχή  της  η  Αμφικτυονία  είναι  θρησκευτική  ένωση  και  έπειτα  γίνεται  πολιτική, τονίζοντας  ταυτόχρονα  την  ιδέα  της  ομοεθνίας  με  την  τέλεση  κοινών  εορτών, κοινών  αγώνων ( Λύκαια ) και  την  λειτουργία  της  ως  αρχή  δημοσίου  δικαίου  για  όλη  την  Αρκαδία.
Η  Αμφικτυονία  μετεξελίχτηκε  σε  ‘’Κοινό  των  Αρκάδων’’.
Η  εθνική  συνείδηση  που  σχηματίστηκε  με  την  Αμφικτυονία  έκανε  τους  Αρκάδες  να  παίρνουν  μέρος  σε  κάθε  πρόσκληση  για  αντιμετώπιση  εθνικού  κινδύνου όπως στις 
Θερμοπύλες  το  480π.Χ., στις  Πλαταιές  το  479π.Χ.,αλλά  και  αργότερα  ακολουθούν  το  Μέγα  Αλέξανδρο  στην  εκστρατεία  του  κατά  των  Περσών.
Μετά  τα  μηδικά  οι  ελληνικές  πόλεις  δεν  αργούν  να  εμπλακούν  ξανά  σε  πόλεμο.
Οι  φιλειρηνικοί  Αρκάδες  προσπαθούν  να  αποτρέψουν  αυτό  τον  πόλεμο, τον  Πελοποννησιακό  που  ξεκίνησε   μετά  το  420π.Χ.  και  μέλει  να  είναι  ο  καταστροφικότερος  για  την  περιοχή  η  οποία  αποτελεί  πλέον  το  θέρετρο  των  συγκρούσεων.
Οι  συνέπειές  του  είναι  λοιμός, πείνα  και  ανέχεια.
Το  371π.Χ. όμως  η  ισχυρή  Θήβα  κατεβαίνει  στην  Πελοπόννησο  και  στη  μάχη  των Λεύκτρων , νικά  τους  αήττητους  μέχρι  τότε  Λακεδαιμόνιους  και  τους  αναγκάζει  να  περιοριστούν  στα  στενά  όρια  της  Λακωνικής.
Ταυτόχρονα  αποφασίζεται  η  ίδρυση  της  Μεγαλοπόλεως  με  την  συμμετοχή  όλης  της  Αρκαδίας, μιας  πόλης  που  σαν  πρωτεύουσα  πλέον  της  Αρκαδίας  έμελλε  να  διαδραματίσει  σημαντικό  ρόλο  μέχρι  την  ύστερη  αρχαιοελληνική  περίοδο.
Οι  Θηβαίοι  Πελοπίδας  και  Επαμεινώνδας  αναγκάζουν  τους  Αρκάδες  να  μετοικήσουν  στη  Μεγάλη  Πόλη  ( Μεγαλόπολη ),που  ιδρύουν  σαν  οχυρό  κατά  των  Σπαρτιατών.
Για  την  περιοχή  της  Αιγύτιδας  και  τις  κώμες  της  που  συμμετείχαν  στον  οικισμό  της  Μεγάλης  Πόλεως, χαρακτηριστική  είναι  η  αναφορά  του  Παυσανία : (παρά δε  Αιγυτών,  Αίγυς και Σκιρτώνιον  και  Μαλέαι  και  Κρώμοι  και  Βλένινα  και  Λεύκτρον - Παυσανίου Αρκαδικά XXVII.4 ).
Σαράντα  κώμες  από  οκτώ  περιοχές  της  επαρχίας  (εκτός  από  τη  Λυκόσουρα  και  την  Τραπεζούντα  λόγω  του  δέους  των  Θηβαίων  στην  εκεί  λατρεία  της  Δεσποίνης  και  της  Κόρης) εξανδραποδίζονται  και  δημιουργούν  τη  Μεγαλόπολη  που  γίνεται  η  ισχυρή  πόλη  της  Πελοποννήσου και  γνωρίζει  μεγάλες  στιγμές  δόξας  ειδικά  κατά  την  περίοδο  του  στρατηγού  Φιλοποίμενα.
Είναι  η  εποχή  που  η  Αμφικτυονία  έχει  γίνει  πλέον '' Κοινό  των  Αρκάδων''  και  η  Συνέλευση  των  Μυρίων  στη  Μεγαλόπολη  αποτελεί  την  παναρκαδική  ''Βουλή''.
Οι παναρκάδες  κάτοικοι  της  νέας  πόλεως  μεταφέρουν  εδώ  και  τα  θρησκευτικά τους  σύμβολα  ή  δημιουργούν  νέα  αντίστοιχα  με αυτά  που  διατηρούσαν  στην  κώμη  τους, τονίζοντας  την  παρουσία  τους  και  συμβάλλοντας  παράλληλα  στον  εξωραϊσμό  της  πόλης.
Ετσι  οι  Αιγύτες  τοποθέτησαν  κοντά  στον  ναό  της  Αρτέμιδος, χάλκινο  άγαλμα  του  Απόλλωνος  του  Κερεάτα, που  όπως  είδαμε  πιο  πάνω  ήταν  ο  τοπικός  τους  προστάτης  θεός.
Το  368 π.Χ. η  ταπεινωμένη  Σπάρτη  με  το  νεαρό  βασιλιά  Αρχίδαμο  Αγησιλάου  και  2.000  στρατό, εκμεταλλευόμενη  την  απουσία  των  Θηβαίων  κινείται  κατά  της  Μεγαλόπολης.
Στην  Μαλέα  Αιγύτιδος,  έρχεται  αντιμέτωπη  με  15.000  και  πλέον  Αρκάδες που  λόγω  της  αριθμητικής  τους  υπεροχής  αισθάνονταν  σίγουροι  για  τη  νίκη.
Ο  νεαρός  Αρχίδαμος  έφιππος  μπαίνει  στην  κεφαλή  του  στρατεύματος  και  αρχίζει  να  τους  μιλά  δυνατά  και  ένθερμα, για  το  ένδοξο  παρελθόν  της  Σπάρτης  και  για  την  χαμένη  τιμή  που  οφείλουν  στο  όνομα  των  προγόνων  τους  να  ανακτήσουν.
Εκείνη  την  ώρα  ο  καλοκαιρινός  ουρανός  της  Μεγαλόπολης  σκοτείνιασε. Βροντές  και  αστραπές  άρχιζαν  να  σκίζουν  τον  ουρανό  και  οι  ολιγάριθμοι  Σπαρτιάτες  εκλαμβάνοντάς  το  σαν  θεϊκό  σημάδι  αρωγής  και  σε  συνάρτηση  με  τα  λόγια  του  νεαρού  βασιλιά  διαποτίζονται  με  εθνικό  και  θρησκευτικό  φανατισμό  και  ρίχνονται  σαν  καταπέλτης  στη  μάχη.
Οι  Αρκάδες  σαστίζουν  και  αρχίζουν  να  διασπώνται  και  να  φονεύονται  κατά  χιλιάδες.
Ήταν  η  περίφημη  ‘’Αδακρυς  Μάχη’’  γιατί  δεν  είχε ούτε  έναν  Σπαρτιάτη  νεκρό,  σε  αντίθεση  με  μύριους  (10.000)  Αρκάδες.  Η  βασιλική  οικογένεια  και  ο  λαός  της  Σπάρτης που  μαθαίνουν  έγκαιρα  τη  νίκη, τρέχουν  στο  ύψος  της  Σελλασίας  να  υποδεχθούν  με  τιμές  τον  στρατό  τους. 
Μετά  από  τρία  χρόνια  το  365 π.Χ. οι  Αρκάδες  νικούν  και  εξισορροπούν  την  κατάσταση  στη  μάχη  της  Λασιώνας  στους  Κρώμους  Αιγύτιδος.
Ο  μόνιμος  φόβος  των  Σπαρτιατών, αλλά  και η  πρωτόγνωρη  και  κατ'ανάγκην  ή  όχι  αστυφιλία, επιδείνωσε  την  ήδη  δεινή  οικονομική  κατάσταση  των Αρκάδων, αφού  εγκαταλείφθηκε  η  πρωτογενής  γεωργική  παραγωγή  της  υπαίθρου.
Οι  προστριβές  που  ήρθαν  σα  συνέπεια  αυτής  της  δεινής  κατάστασης  χωρίζουν  τους  Αρκάδες  σε  δυο  παρατάξεις  και  φέρνουν  σαν  εκατέρωθεν  συμμάχους  Θηβαίους  και  Σπαρτιάτες  αντιμέτωπους  στη  Μαντινεία  το  362π.Χ., με  νίκη  των  Θηβαίων  και  θάνατο  όμως  του  Επαμεινώνδα.
Οι  συνεχείς  πόλεμοι  έχουν  αποδυναμώσει  τους  πάντες  και  συνάπτεται ''κοινή  ειρήνη''.
Αυτή  έδωσε  την  ευκαιρία  στους  Αρκάδες  να  ανασυγκροτηθούν  οικονομικά  και  κοινωνικά  στα πλαίσια  μάλιστα  δημοκρατικής  και  πάλι  διακυβέρνησης.
Αντιμετωπίζοντας  και  αργότερα  εκ  νέου  τον  κίνδυνο  της  Σπάρτης  γίνονται  μέχρι  τέλους  οι  καλύτεροι  σύμμαχοι  των  Μακεδόνων  οι  οποίοι  αρκετές  φορές  κατεβαίνουν  στην  Πελοπόννησο  για  να  τιμωρήσουν   την  Σπάρτη  ( το  223 π.Χ.  είχαν  νικήσει  και  λεηλατήσει  τη  Μεγαλόπολη)  και  για  να  αποκαταστήσουν  τα  της  Αρκαδικής  Πολιτείας  με  τελευταία  τη  μάχη  της  Σελλασίας το 222 π.Χ. κατά  την  οποία  ο  Αντίγονος Δώσων  της Μακεδονίας, σύμμαχος των  Μεγαλοπολιτών  νικά  οριστικά  τους  Σπαρτιάτες του  Κλεομένη  του  Γ'  και  για  πρώτη   φορά  μπαίνει  με  το  στρατό  του  μαζί  με  τον  Φιλοποίμενα  και  τους  Μεγαλοπολίτες  στην  Σπάρτη.
Σύμμαχοι  των  Μακεδόνων  είναι  και  1600  Ιλλυριοί  με  τον  Δημήτριο  τον  Φάριο.
Ο  νεαρός  τότε ίππαρχος  Φιλοποίμενας  με  το  ιππικό  του  καταφέρνει  καίριο  πλήγμα  στις  γραμμές  των  Σπαρτιατών.   Ενώ  το  ιππικό  του  έχει  διασπάσει  τον  αντίπαλο  ξεπεζεύει  και  σπεύδει  να  βοηθήσει  τη  γραμμή  του  πεζικού  που  έδειχνε  να  δυσκολεύεται. Τότε  ένα  εχθρικό  δόρυ  του  διαπερνά  και  τους  δύο  μηρούς. Απτόητος  το  σπάζει  και  συνεχίζει  να  μάχεται. Μετά  τη  μάχη  ο  Αντίγονος  των  Μακεδόνων  ζητά  να  γνωρίσει  και  να  συγχαρεί  τον  νεαρό  Μεγαλοπολίτη, στο  πρόσωπο  του  οποίου διαβλέπει  πλέον  τον  μελλοντικό  στρατηγό. Κατά  παρακίνηση  μάλιστα  του  Φιλοποίμενα  ενώ  μπήκε  νικητής  στη  Σπάρτη, αποσύρθηκε  αμέσως  χωρίς  να  πειράξει  το  παραμικρό,  αποδεχόμενος  την  προτροπή  για  σεβασμό  των  ΄΄ενδόξων  βωμών  και  εστιών’’  της  Σπάρτης.
Ετσι  ο  Φιλοποίμην  κέρδισε  δυο  φορές  γιατί  από  εκείνη  την  ώρα  κέρδισε  και  την  εκτίμηση  του  λαού  της  Σπάρτης.   
Το  άστρο  του  θα  λάμψει  τις  επόμενες  δεκαετίες  ως  αρχιστράτηγου  της  κυρίαρχης  Αχαϊκής  Συμπολιτείας  και  θα  εξασφαλίσει  με  την  υπεροχή  του, την  ειρήνη  και  την  ασφάλεια  από  τη  Δυτική  Στερεά  μέχρι  και  την  Κρήτη.
Είναι  όμως  η  εποχή  που  ο  Ρωμαϊκός  κίνδυνος  αρχίζει  να  διαφαίνεται.
Οι  ελληνικές  πόλεις  δέσμιες  της  ιστορίας  τους  εξακολουθούν  να  παραμένουν  αντιμέτωπες  αλλά  και  αποδυναμωμένες.
Οι  ισχυροί  της  εποχής, Μακεδόνες  και  Μεγαλοπολίτες  δεν  καταφέρνουν  να  συνεργαστούν  για  να  νικήσουν  τους  Ρωμαίους  και  οι  τραγικές  εκκλήσεις  ορισμένων  για  εθνική  συσπείρωση  μπροστά  στον  ρωμαϊκό  κίνδυνο  μένουν  μετέωρες.
Ο  γηραιός  πλέον  στρατηγός  σε  εκστρατεία  του  κατά  της  εξεγερμένης  Μεσσήνης  σκοτώνεται  ( 184 π.Χ. ) με  δόλο .Οι  Μεγαλοπολίτες  με  τον  Λυκόρτα  εκδικούνται  τον  θάνατό  του   και  ο  Δημάρατος των  Μεσσηνίων  που σκότωσε τον  Φιλοποίμενα  συνειδητοποιώντας  την  πράξη  του  αυτοκτονεί !
Η  σωρός  του  ‘’ έσχατου  μεγάλου  των  Ελλήνων ‘’μεταφέρεται  με  πομπή  από  τη  Μεσσήνη  στη  Μεγαλόπολη  και  σ’ όλη  τη  διαδρομή  σύσσωμος  ο  Πελοποννησιακός  λαός  - εχθροί  και  φίλοι- σχηματίζουν  ένα  ατέλειωτο  λαϊκό  προσκύνημα  στη  σωρό  του  Αρχηγού  στον  οποίο  ενστικτωδώς  είχαν  εναποθέσει  όλες  τους  τις  ελπίδες.
Συνέθετε  τη  στρατηγική  ικανότητα  και  τη  γενναιότητα με  την  γόνιμη  πολιτική  σκέψη  και  διορατικότητα. Και  όλα  αυτά  σε  συνδυασμό  με  τον  απλό  και  ενάρετο  τρόπο  ζωής  και  τη  σεμνότητα  συνέθεταν  το  πρότυπο  του  Έλληνα  Ήρωα.
Να  σημειώσουμε  εδώ, ότι  παρότι  απέφευγε  τις  τιμές,  στα  Νέμεα ( 205 π.Χ. ) κατά  τη  διάρκεια  των  ποιητικών  αγώνων  και  ενώ  ο  κιθαρωδός  Πυλάδης  απήγγειλε :
‘’Κλεινόν  ελευθερίας  τεύχων,  μέγαν  Ελλάδι  κόσμον ‘’
..Εσύ  που  το  εξαίσιο  αγαθό  της  ελευθερίας  μοιράζεις
σε  όλο  τον  ελληνικό  λαό..
το  πλήθος  ξαφνικά  σηκώθηκε  όρθιο, στράφηκε  προς  το  μέρος  του  και  άρχισε  να  χειροκροτά  παρατεταμένα…   
Όμως  η  Ελλάδα  δεν  συνετίστηκε  από  τα  λόγια  του  και  οι  προβλέψεις  του  για  τελευταία  φορά  βγήκαν  αληθινές…
Λίγα  χρόνια  αργότερα  το  146π.Χ., οι  Ρωμαίοι  κυριεύουν  οριστικά  την  διαιρεμένη - και  αποδυναμωμένη  από  τους  εμφυλίους  πολέμους - ελληνική  επικράτεια  και  ορίζουν  έτσι  το  τέλος  της  αρχαιοελληνικής  περιόδου.
Ηταν  η  τελευταία  μάχη  στην  Λευκόπετρα  Κορίνθου  μεταξύ  του  Ύπατου  Μόμμιου  των  Ρωμαίων  και  του  στρατηγού  Διαίου της  Αχαϊκής  Συμπολιτείας.
Η  Αιγύτιδα  χώρα ,σε  όλη  την  παραπάνω  διαδρομή  ήταν  μεν  Αρκαδική  γη, έζησε  όμως  δε  ανά  μεγάλες  περιόδους  και  σαν  ''προτεκτοράτο''  της  Σπάρτης, κατά  κάποιο  τρόπο  όπως  η  Σκιρίτιδα, γι  αυτό  και  μετέπειτα  στα  χρόνια  της  Ρωμαϊκής  κατοχής  αποτελούσε  αντικείμενο  διαμάχης  των  επαρχιών  Σπάρτης  και  Μεγαλόπολης.
Αυτή  η  διαμάχη, όπως  μας  παραδίδεται  από  τον  Στράβωνα  και  τον  Πολύβιο , μας  οδηγεί  στο  συμπέρασμα  ότι  η  Αίγυς  κατοικήθηκε  ξανά.             

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου